Ήταν η καλή είδηση της προηγούμενης εβδομάδας. Ο Βασίλης Κεκάτος συμμετέχει με το «The Silence of the Dying Fish», την τρίτη μικρού μήκους ταινία του στο διαγωνιστικό τμήμα του διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου του Λοκάρνο (1-11 Αυγούστου).

Ο 27χρονος κινηματογραφιστής είναι από την Κεφαλλονιά. Εκεί τον βρήκε το τηλεφώνημά μας, καθώς ετοιμάζει ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά φεστιβάλ της περιφέρειας, το 4ο SeaNema Open Air Film Festival, (30 Ιουλίου – 2 Αυγούστου). Την ακριβώς επόμενη μέρα, από το τέλος του, θα αναχωρήσει κατευθείαν για το γνωστό φεστιβάλ κινηματογράφου της ελβετικής πόλης.

Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τη «Σιγή των Ψαριών όταν πεθαίνουν», την Κεφαλλονιά, το Λοκάρνο και τη Δράμα, όπου θα είναι μάλλον ο επόμενος σταθμός της.

-Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο της ταινίας «Η Σιγή των Ψαριών όταν πεθαίνουν»που είναι εντυπωσιακός. Πώς προέκυψε;

Όλα ξεκίνησαν από μια παλιά παροιμία ή για να είμαι ακριβής από μια ιστορία. Μια νύχτα, σε ένα τραπέζι κάθεται ένας κυνηγός και ένας ψαράς και τα πίνουν. Ο κυνηγός εξομολογείται κάποια στιγμή στον ψαρά: «Οι κραυγές των ζώων που σκότωσα, επιστρέφουν τη νύχτα και μου λερώνουν την ψυχή». Ο ψαράς του απαντά: «Θέλεις να μου δώσεις τις κραυγές των ζώων και να σου δώσω τη σιγή των ψαριών;». Από αυτή ακριβώς την ιστορία βγήκε ο τίτλος της ταινίας μου. Γιατί, στην πραγματικότητα, τα ψάρια είναι τα μοναδικά πλάσματα στο ζωικό βασίλειο, που όταν πεθαίνουν δεν βγάζουν ήχο. Πεθαίνουν σιωπηλά!

-Πώς σχετίζεται λοιπόν αυτή η ιστορία με τον ήρωά σου τον Μάκη; Δεν μπορεί να μιλήσει;

Όντως! Αποφασίζει να μην μιλήσει. Ο Μάκης – σημειώνω ότι είναι το πιο κοινό όνομα στην Κεφαλλονιά- είναι ένας πολύ απλός άνθρωπος. Πολύ ήσυχος. Είναι πολύ μόνος και δεν έχει έρθει ποτέ πολύ κοντά στους ανθρώπους. Ούτε οι άνθρωποι πολύ κοντά σ’ αυτόν. Εργάζεται ως φύλακας στις κλούβες ενός ιχθυοτροφείου. Μια μέρα, εντελώς απρόσμενα, διαβάζει στην τοπική εφημερίδα ότι την επόμενη είναι η κηδεία του. Στην αρχή προσπαθεί να κάνει κάποιες ντροπαλές προσπάθειες να αποδείξει ότι η είδηση δεν ισχύει, ότι είναι ζωντανός. Αλλά όλες οι προσπάθειές του πέφτουν στο κοινό. Όλη η κοινωνία έχει πειστεί ότι ο Μάκης είναι νεκρός. Σιγά-σιγά λοιπόν ο Μάκης αποδέχεται το γεγονός και αποφασίζει τις υπόλοιπες ώρες που του έχουν απομείνει μέχρι την κηδεία του, να εξασφαλίσει την επιβίωση των δύο καναρινιών του. Δίπλα του, βρίσκεται η Άννα. Ο σημαντικότερος χαρακτήρας της ταινίας. Είναι η υπεύθυνη της καντίνας του ιχθυοτροφείου και έχει μια παράξενη ερωτική σχέση με τον Μάκη. Είναι βέβαια παντρεμένη και έχει τη δική της οικογένεια. Είναι η μόνη που αντιλαμβάνεται το παράδοξο της κατάστασης που βιώνει ο Μάκης.

-Ο Μάκης έχει φωνή;

Δεν έχει μόνο φωνή… Είναι λαλίστατος. Η σιωπή του τίτλου έχει να κάνει με τον θάνατό του. Οδεύει στον θάνατό του, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να αντιδρά, χωρίς να ακούγεται.

-Πώς θα χαρακτήριζες την ταινία;

Είναι μια μαύρη κωμωδία. Αρκετά συναισθηματική θα έλεγα. Και πολύ σουρεάλ.

-Πότε γεννήθηκε η ιδέα;

Η ιδέα εμφανίστηκε πριν περίπου από δύο χρόνια, όταν είχα επιστρέψει στο νησί χειμώνα, λόγω της κηδείας του παππού μου. Όταν επιστρέφω στο νησί, μου αρέσει να κάνω βόλτες στο χωριό. Εκεί έπεσα επάνω στο νεκρόσημό του. Όταν το διάβασα ασυναίσθητα, διάβασα το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμό μου: «Σήμερα κηδεύεται ο Βασίλειος Κεκάτος του Ευαγγελινού». Τρίπαρα κάπως. Έτσι η σκέψη μου με οδήγησε στην ιστορία αυτής της ταινίας.

-Είναι η τρίτη μικρού μήκους ταινία σου, μετά τον «Ανάδρομο» και το «Zero Star Hotel». Γιατί εστιάζεις σ’ αυτό το είδος;

Ο μόνος λόγος είναι ότι είναι πιο εύκολο οικονομικά να κάνεις μια ταινία μικρού μήκους. Μέχρι να εξασφαλίσω λοιπόν το χρηματικό ποσό που είναι αναγκαίο για να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους, νομίζω ότι θα κάνω συνεχώς μικρού μήκους. Μου αρέσει άλλωστε πολύ η μικρή φόρμα. Θεωρώ ότι είναι μια συνεχής άσκηση που σε πλουτίζει, που σε εξοπλίζει για πιο δύσκολες κινηματογραφικές αποστολές.

-Αισθάνεσαι έτοιμος να κάνεις μια ταινία μεγάλου μήκους ή είναι νωρίς ακόμη;

Αισθάνομαι έτοιμος. Δουλεύω μάλιστα ήδη δύο σενάρια. Απλά επειδή είναι χρονοβόρος η διαδικασία μέχρι να φτάσεις στο σετ, σκοπεύω να κάνω άλλη μια μικρού μήκους ταινία τον επόμενο χρόνο, πριν φτάσω στη μεγάλου μήκους. Έτσι ώστε να είμαι έτοιμος ψυχολογικά και πρακτικά. Για να μην κάθομαι ήσυχος!

-Το Λοκάρνο το περίμενες;

Όχι δεν το περίμενα. Ήλπιζα όμως. Πιστεύω ότι ταιριάζει στην ταινία μου και ανέκαθεν μου αρέσει πάρα πολύ το πρόγραμμά του. Αισθάνομαι μεγάλη τιμή που η ταινία μου θα συμμετάσχει στο διαγωνιστικό τμήμα ταινιών μικρού μήκους.

-Τι νομίζεις ότι θα σου προσφέρει;

Η συμμετοχή σε ένα μεγάλο φεστιβάλ σου προσφέρει γνωριμίες, διασυνδέσεις, δίνει ώθηση και διαβατήριο στην ταινία σου.

-Είναι κάτι πολύ παραπάνω πάντως από το φεστιβάλ του Σάντανς, όπου βρέθηκες.

Από το Σάντανς πήρα μια υποτροφία για την ταινία «Zero Star Hotel» που έκανα το 2016. Η υποτροφία περιοριζόταν σε νέους κινηματογραφιστές. Είχε να κάνει με μια προσπάθεια του αμερικανικού φεστιβάλ να συστήσει την επόμενη γενιά κινηματογραφιστών από όλο τον κόσμο. Το Λοκάρνο είναι το πρώτο μεγάλο φεστιβάλ, όπου συμμετέχω με ταινία μου. Και εδώ δεν υπάρχει ηλιακό όριο στους δημιουργούς που συμμετέχουν.

-Μετά το Λοκάρνο τι ακολουθεί;

Η ταινία θα συμμετάσχει στο φετινό φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας και περιμένω και την απάντηση από τις Νύχτες Πρεμιέρας. Ευελπιστώ το Λοκάρνο να αποτελέσει την αφετηρία για μια διαδρομή της ταινίας σε διάφορα ξένα φεστιβάλ. Κατά τη γνώμη μου, το Λοκάρνο είναι ένα φεστιβάλ «καταπέλτης», υπό την έννοια ότι σε βοηθά η ταινία σου ή οι επόμενες ταινίες σου να βρουν θέση σε πολλά και μεγαλύτερα φεστιβάλ ανά τον κόσμο.

-Πάντως είναι σημαντικό για έναν νέο κινηματογραφιστή να έχει ένα τέτοιο ξεκίνημα.

Έτσι είναι. Γι’ αυτό όμως θέλω να ευχαριστήσω την παραγωγό μου Ελένη Κοσσυφίδου, που ήταν δίπλα μου από την πρώτη στιγμή και με βοήθησε πάρα πολύ. Βρήκε συμπαραγωγούς στη Γαλλία. Πρέπει όμως να πω και ένα μεγάλο ευχαριστώ στους παιδικούς μου φίλους στην Κεφαλλονιά, οι οποίοι με στήριξαν πάρα πολύ. Ήταν όμως πολύ συγκινητική για μένα η αρωγή, η βοήθεια και η υποστήριξη που μου προσέφεραν οι άνθρωποι από τον τόπο μου, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον κινηματογράφο και την τέχνη.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Σκηνοθεσία, Σενάριο: Βασίλης Κεκάτος / Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αλεξάνδρα Κ*, Αγγελος Σκασίλας, Αλέξανδρος Παπαϊωάννου / Παραγωγός: Ελένη Κοσσυφίδου / Συμπαραγωγοί: Delphine Schmit, Guillaume Dreyfus / Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιώργος Βαλσαμής / Μοντάζ: Σμαρώ Παπαευαγγέλου / Σκηνικά-Κουστούμια: Εύα Γουλάκου / Ηχος: Γιάννης Αντύπας / Σχεδιασμός Ηχου: Βάλια Τσέρου / Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης / Μακιγιάζ-Κομμώσεις: Ιωάννα Λυγίζου / Βοηθός Σκηνοθέτη: Φαίδρα Τσολίνα / Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης / Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Νάκος / Βοηθός Διευθυντή Παραγωγής: Εύα Κεκάτου / Βοηθός Σκηνογράφου-Ενδυματολόγου: Μαίρη Μαρμαρινού / Βοηθός Κάμερας: Κώστας Μπάμπης / Β’ Βοηθός Κάμερας: Μάριος Δέλιας / Ηλεκτρολόγος: Σάκης Κωστής / Βοηθός Ηλεκτρολόγου: Αιμίλιος Τάδρος / Μακινίστας: Κωνσταντίνος Χαρατζόγλου / Μπουμ: Βασίλης Κατσάκος / Φωτογράφος Πλατώ: Μαρία Τζωρτζάτου / Βοηθός Παραγωγής: Νίκος Μαγδαληνός / Color Correction: Αλέξανδρος Καπιδάκης, Authorwave / Σχεδιασμός Τίτλων: Νίκος Πάστρας / Storyboard: Μαρία Ξ. Δήμα / Script Consultant: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη

Αναδημοσίευση από http://gr.euronews.com