Η πραγματικότητα για χιλιάδες οικογένειες στην Ελλάδα του 2024 αποτυπώνεται σε αριθμούς που σοκάρουν, αλλά πίσω από αυτούς κρύβονται άνθρωποι που καθημερινά παλεύουν να ανταποκριθούν στα στοιχειώδη. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, ανεξαρτήτως αν θεωρείται “φτωχό” ή όχι, δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει σε αναγκαίες, αλλά απρόβλεπτες δαπάνες που φτάνουν τα 480 ευρώ.
Πιο συγκεκριμένα, πάνω από οκτώ στους δέκα πολίτες που ανήκουν στον φτωχό πληθυσμό (81,9%) δηλώνουν ότι αδυνατούν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια ξαφνική οικονομική ανάγκη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και μεταξύ των μη φτωχών νοικοκυριών, ένας στους τρεις (34,6%) δηλώνει την ίδια δυσκολία, αποκαλύπτοντας το εύθραυστο των οικονομικών ισορροπιών για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.
Η έρευνα αποτυπώνει μια βαθύτερη και πιο σύνθετη εικόνα κοινωνικής και υλικής αποστέρησης. Το 56,1% των φτωχών δηλώνει ότι έχει πρόβλημα να πληρώσει στην ώρα του βασικούς λογαριασμούς — όπως για ρεύμα, νερό ή φυσικό αέριο — ενώ 43,6% δεν έχει τη δυνατότητα να θερμάνει ικανοποιητικά το σπίτι του τον χειμώνα. Το 88,9% των οικονομικά ασθενέστερων βλέπει το κόστος στέγασης ως ένα βάρος που δυσκολεύει την καθημερινή επιβίωση.
Ενδεικτικά της κατάστασης είναι και τα ποσοστά που αφορούν την υλική και κοινωνική στέρηση — δηλαδή την αδυναμία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες που θεωρούνται αναγκαία για έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής. Το 2024, το 14% του συνολικού πληθυσμού στερείται τουλάχιστον 7 από 13 τέτοια αγαθά, όπως είναι η δυνατότητα για ένα γεύμα με πρωτεΐνη κάθε δεύτερη ημέρα, ή μια εβδομάδα διακοπών τον χρόνο.
Η γενική εικόνα γίνεται ακόμα πιο δυσοίωνη όταν αναλύσουμε τα δεδομένα ανά ηλικιακή ομάδα. Παρά τη μικρή μείωση των ποσοστών στέρησης στα παιδιά (13,9% το 2024 έναντι 15,6% το 2023), στις ηλικίες 18-64 ετών παρατηρείται αύξηση στο 14,4% από 13,5%, και στους άνω των 65 το ποσοστό ανεβαίνει επίσης ελαφρώς. Αυτό δείχνει ότι η οικονομική δυσκολία αγγίζει σχεδόν κάθε γενιά — από τις οικογένειες με μικρά παιδιά μέχρι τους συνταξιούχους.
Ακόμα, το 56,5% των πολιτών δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα φθαρμένα έπιπλά του, το 42,8% αντιμετωπίζει πρόβλημα με την πληρωμή ενοικίου ή δανείων και το 46% δεν έχει τη δυνατότητα να πάει διακοπές ούτε για μία εβδομάδα τον χρόνο. Η καθημερινή ζωή γίνεται μία συνεχής μάχη με το οικονομικό άγχος, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα.
Η στενότητα χώρου στις κατοικίες αποτελεί μια άλλη σημαντική ένδειξη των συνθηκών διαβίωσης: Το 27% του πληθυσμού ζει σε σπίτια με ανεπαρκή χώρο. Το ποσοστό εκτοξεύεται σε 36,9% για τους φτωχούς και φτάνει το 56,7% στις οικογένειες με παιδιά έως 17 ετών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Εξίσου ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 34,4% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει βασική διατροφή που περιλαμβάνει κρέας, ψάρι ή ισοδύναμης θρεπτικής αξίας τρόφιμα κάθε δεύτερη ημέρα. Το ποσοστό αυτό, αν και σημαντικά μικρότερο για τον μη φτωχό πληθυσμό (5,6%), αποκαλύπτει μια πραγματικότητα στέρησης που αφορά όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και την ποιότητα ζωής.
Η έρευνα δείχνει πως η ευαλωτότητα δεν είναι πλέον αποκλειστικό “προνόμιο” των φτωχών. Οι επιπτώσεις της οικονομικής επισφάλειας φαίνεται να αγγίζουν πολύ μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας — ακόμα και ανθρώπους που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «οικονομικά σταθεροί». Οι αριθμοί δεν είναι απλώς στατιστικά μεγέθη• είναι η φωνή εκείνων που παλεύουν σιωπηλά να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Σε κίνδυνο φτώχειας το 26,9% των Ελλήνων – Αυξήθηκε το ποσοστό το 2024
Παρά τη φαινομενικά μικρή αύξηση κατά 0,8% που καταγράφηκε στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η πραγματικότητα της φτώχειας στην Ελλάδα παραμένει ανησυχητική. Συνολικά, περισσότερα από 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Αν και τα κρατικά επιδόματα και οι συντάξεις συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού αυτού στο 25,4% (από 26,9% χωρίς αυτά), η εικόνα που προκύπτει είναι πολυδιάστατη και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η μορφή νοικοκυριού, η εκπαίδευση και η εργασιακή κατάσταση.
Γεωγραφική κατανομή και βασικά ποσοστά
Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση φτωχών νοικοκυριών είναι η Αττική, η Βόρεια και η Κεντρική Ελλάδα. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι οικογένειες με εξαρτώμενα παιδιά, ειδικά οι μονογονεϊκές. Για τα νοικοκυριά με έναν ενήλικο και τουλάχιστον ένα παιδί, ο κίνδυνος φτώχειας φτάνει το 43,7%. Αντίθετα, στα νοικοκυριά χωρίς εξαρτώμενα παιδιά το ποσοστό περιορίζεται στο 20,6%.
Σε απόλυτους αριθμούς, 842.421 νοικοκυριά από τα 4.298.067 συνολικά βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα (σε σύνολο πληθυσμού 10.187.923 που ζουν σε ιδιωτικά νοικοκυριά).
Το «κατώφλι της φτώχειας», δηλαδή το εισοδηματικό όριο κάτω από το οποίο θεωρείται κάποιος φτωχός, ορίστηκε για το 2024 στα 6.510 ευρώ ετησίως για ένα άτομο και στα 13.671 ευρώ για ένα τετραμελές νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών.
Κοινωνική σύνθεση και ευάλωτες ομάδες
Η ανισότητα αγγίζει έντονα τα παιδιά. Περίπου 27,9% των ανηλίκων έως 17 ετών ζουν σε συνθήκες φτώχειας ή αποκλεισμού. Αν και ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 28,1% του 2023, το ποσοστό παραμένει υψηλό. Ταυτόχρονα, οι νέοι 18-64 ετών που ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλή εργασιακή ένταση φτάνουν το 8,6%, δείχνοντας σημάδια βελτίωσης (μείωση κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι).
Η κατάσταση διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά φτώχειας σε πολλές κατηγορίες: το 9,7% των γυναικών 18-64 ετών ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλή εργασιακή ένταση, έναντι 7,6% των ανδρών. Επίσης, η φτώχεια είναι πιο εκτεταμένη σε ενοικιαστές (32,2%) σε σχέση με όσους ζουν σε ιδιόκτητες κατοικίες (22% με υποχρεώσεις, 24,6% χωρίς).
Μόρφωση και φτώχεια: μία ξεκάθαρη σχέση
Ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι καθοριστικός. Όσο πιο χαμηλό είναι το επίπεδο μόρφωσης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος φτώχειας. Συγκεκριμένα:
-
Όσοι έχουν μόνο βασική εκπαίδευση (προσχολική, πρωτοβάθμια ή την πρώτη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας) αντιμετωπίζουν ποσοστό φτώχειας 28,2%.
-
Οι απόφοιτοι της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης βρίσκονται στο 19,1%.
-
Οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν τη χαμηλότερη έκθεση στον κίνδυνο, με ποσοστό μόλις 7,1%.
Ηλικία και εργασιακή κατάσταση: δύο καθοριστικοί παράγοντες
Οι εργαζόμενοι 18 ετών και άνω, παρόλο που βρίσκονται σε σχετικά καλύτερη θέση, δεν είναι στο απυρόβλητο. Το ποσοστό φτώχειας γι’ αυτούς ανέρχεται στο 10,5%, αυξημένο κατά 0,6 μονάδες σε σχέση με το 2023. Οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση (12,9%, +1,1 μονάδες) σε σχέση με τις γυναίκες (7,3%, μείωση κατά 0,1).
Το χάσμα μεγαλώνει στους άνεργους, όπου σχεδόν οι μισοί βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό φτάνει το 49,2% (με τεράστια διαφορά ανάμεσα στα φύλα: 61% για τους άνδρες και 40,7% για τις γυναίκες). Οι μη ενεργοί οικονομικά πολίτες, χωρίς να υπολογίζονται οι συνταξιούχοι, βρίσκονται επίσης σε δύσκολη θέση, με ποσοστό 31,9%, αυξημένο κατά 0,5 μονάδες.
Η μερική απασχόληση φαίνεται να συνοδεύεται από πολύ μεγαλύτερη ανασφάλεια, αφού όσοι εργάζονται μερικώς διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας σε ποσοστό 20,6%, ενώ για τους πλήρως απασχολούμενους το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9,8%.
Εξέλιξη εισοδημάτων και οικονομικές αντοχές
Αν και το μέσο διαθέσιμο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα αυξήθηκε σε 12.391 ευρώ (αύξηση 7,3% σε σύγκριση με το 2023), η μεγάλη πλειοψηφία των νοικοκυριών δεν είδε κάποια σημαντική μεταβολή. Το 76,6% δήλωσε πως το εισόδημά του παρέμεινε σταθερό, το 13,3% ανέφερε αύξηση και το 10,2% μείωση.
Μάθετε τα πάντα για ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ – ΔΥΠΑ – ΟΠΕΚΑ – ΟΑΕΔ – ΕΦΚΑ εδώ


