Η εγκαθίδρυση των ηλεκτρονικών βιβλίων μέσω της πλατφόρμας myDATA, η πλήρης σύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS, καθώς και οι συνεχείς διασταυρώσεις στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Η μείωση του λεγόμενου «κενού ΦΠΑ» —δηλαδή των απωλειών εσόδων από μη απόδοση του φόρου— κινείται πλέον σε αξιοσημείωτα χαμηλά επίπεδα, από το 13,7% το 2022 σε κάτω από 10% μέσα στο 2024.
Οι προβλέψεις είναι ακόμη πιο αισιόδοξες: δεν αποκλείεται το κενό αυτό να περιοριστεί κοντά στο 7% μέχρι το τέλος του 2025, προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν αυτός ο στόχος επιτευχθεί, τα ετήσια δημόσια έσοδα θα ενισχυθούν μόνιμα κατά περίπου 1 δισ. ευρώ.
Έσοδα που ανοίγουν τον δρόμο για μειώσεις φόρων
Η αυξημένη φορολογική συμμόρφωση, σε συνδυασμό με τις ήδη υπάρχουσες εξοικονομήσεις ύψους 2 δισ. ευρώ από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενισχύουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και δημιουργούν ένα σημαντικό «μαξιλάρι» που η κυβέρνηση προσανατολίζεται να αξιοποιήσει για μόνιμες φοροελαφρύνσεις με ορίζοντα το 2027.
Ισχυρές επιδόσεις στα φορολογικά έσοδα
Τα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού επιβεβαιώνουν τη θετική πορεία των δημοσίων εσόδων:
– Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων έχουν ξεπεράσει τις αρχικές εκτιμήσεις κατά 220 εκατομμύρια ευρώ, αποτέλεσμα της αυξημένης μισθολογικής δαπάνης στον ιδιωτικό τομέα.
– Ο ΦΠΑ παρουσιάζει άνοδο 9% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, υπερβαίνοντας τον στόχο αύξησης 4,56%, κυρίως λόγω της ενισχυμένης επιτήρησης μέσω POS και των λοιπών ψηφιακών μέτρων.
Αναγκαίες διορθώσεις στη φορολογική κλίμακα
Με βάση τον σχεδιασμό για το 2026, υπάρχει ήδη εξασφαλισμένος δημοσιονομικός χώρος ύψους 1,5 δισ. ευρώ που θα αξιοποιηθεί για τη μείωση άμεσων φόρων, κυρίως για τους μισθωτούς. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, Γιάννης Τσουκαλάς, υπάρχουν δύο βασικές δυσλειτουργίες στη φορολογική κλίμακα που χρήζουν επανασχεδιασμού:
– Η απότομη αύξηση του συντελεστή από 9% σε 22% για εισοδήματα άνω των 10.000 ευρώ, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά στην αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων.
– Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής 44% που εφαρμόζεται για εισοδήματα άνω των 40.000 ευρώ, όριο που θεωρείται συγκριτικά χαμηλό και ενδεχομένως αντικίνητρο για υψηλόμισθους εργαζόμενους.
Ο ίδιος τάσσεται υπέρ των φοροελαφρύνσεων στη μισθωτή εργασία και εκφράζει επιφυλάξεις για τις μειώσεις στους έμμεσους φόρους, καθώς, όπως σημειώνει, αυτοί σπάνια μετακυλίονται στους καταναλωτές.
Παραμένει το πρόβλημα της παραοικονομίας
Παρά την πρόοδο, το φαινόμενο της παραοικονομίας παραμένει έντονο. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2023 δείχνουν ότι το «γκρίζο» χρήμα αντιστοιχεί σε 16%-18% του ΑΕΠ. Τα δηλωθέντα εισοδήματα διαμορφώθηκαν στα 110 δισ. ευρώ, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση ανήλθε στα 151 δισ. ευρώ, αφήνοντας ένα ύποπτο κενό 41 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αποδίδεται κυρίως σε αδήλωτες συναλλαγές και εισοδήματα που δεν περνούν μέσα από το τραπεζικό σύστημα.
Η φορολογική πολιτική των επόμενων ετών καλείται να κινηθεί σε δύο κατευθύνσεις: περαιτέρω ενίσχυση της διαφάνειας μέσω τεχνολογίας και επιβράβευση της συνέπειας των πολιτών μέσα από ουσιαστικές φοροελαφρύνσεις.


