Μια σημαντική αλλαγή φέρνει το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που ετοιμάζεται να φέρει το Υπουργείο Εργασίας, με τους εργαζόμενους συνταξιούχους να βρίσκονται στο επίκεντρο. Η νέα ρύθμιση υπόσχεται ουσιαστική οικονομική ανάσα για δεκάδες χιλιάδες πολίτες που συνεχίζουν να εργάζονται ενώ λαμβάνουν σύνταξη. Ουσιαστικά, «παγώνει» η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων για μια σημαντική μερίδα, δημιουργώντας νέα δεδομένα για όσους λαμβάνουν προσαυξήσεις στη σύνταξή τους λόγω επιπλέον ενσήμων.
Το νομοσχέδιο, που θα προωθηθεί άμεσα, δεν αφορά μόνο ζητήματα ευελιξίας στον χρόνο εργασίας και ταχύτερες διαδικασίες πρόσληψης και απόλυσης. Περιλαμβάνει και κρίσιμες ασφαλιστικές διατάξεις που αγγίζουν πάνω από 230.000 δηλωμένους εργαζόμενους συνταξιούχους στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα.
Ποιοι επηρεάζονται – Τι αλλάζει
Η νέα ρύθμιση δεν είναι οριζόντια. Αν και θεωρητικά απευθύνεται σε περίπου 230.000 άτομα, στην πράξη ο αριθμός αυτών που θα επωφεληθούν είναι αρκετά μικρότερος. Από αυτούς, περίπου 100.000 είναι αγρότες χαμηλού εισοδήματος που απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής εισφορών και συνεπώς δεν δικαιούνται ούτε προσαύξηση σύνταξης, ούτε τους αγγίζει η «παγωμένη» ΕΑΣ.
Ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που υπερβαίνουν τα εισοδηματικά όρια και υποβάλλονται σε παρακράτηση της εισφοράς. Σύμφωνα με την κλίμακα του 2025, μόνο όποιος ξεπερνά τα 1.434 ευρώ μικτό εισόδημα από κύριες συντάξεις υπόκειται στην Εισφορά Αλληλεγγύης, η οποία κυμαίνεται από 3% έως και 14% ανάλογα με το ύψος της σύνταξης.
Πώς λειτουργεί η προσαύξηση
Οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι που συνεχίζουν να καταβάλλουν εισφορές, θα δουν ενίσχυση στο ανταποδοτικό μέρος της κύριας και – σε πολλές περιπτώσεις – και στην επικουρική σύνταξή τους. Η προσαύξηση, που φτάνει τα 120 ευρώ κατά μέσο όρο, υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης για τα έτη επιπλέον απασχόλησης.
Το πρώτο έτος αντιστοιχεί σε αναπλήρωση 0,77% επί των αποδοχών. Το ποσό αυτό υπολογίζεται από την ημερομηνία υποβολής σχετικής αίτησης στον ΕΦΚΑ, υπό την προϋπόθεση ότι έχει δηλωθεί και η λήξη της απασχόλησης στην αρμόδια ηλεκτρονική υπηρεσία.
Ποιοι «κερδίζουν» πραγματικά
Από τους 220.000 συνταξιούχους που έχουν δηλώσει ότι εργάζονται, μόνο περίπου 110.000 πληρούν τις προϋποθέσεις για να λάβουν προσαύξηση. Οι υπόλοιποι αποκλείονται λόγω απαλλαγών από εισφορές (όπως οι αγρότες με ετήσιο εισόδημα έως 10.000 ευρώ), ή επειδή απασχολούνται σε τομείς με ειδικές εξαιρέσεις.
Οι «τυχεροί» που συνεχίζουν να εργάζονται και πληρώνουν εισφορές, εφόσον το επιθυμούν, μπορούν να διεκδικήσουν όχι μόνο αύξηση στη βασική τους σύνταξη, αλλά και σε επικουρική και ενδεχομένως στο εφάπαξ, εφόσον καλύπτουν τις αντίστοιχες προϋποθέσεις.
Νέα εποχή για τους εργαζόμενους συνταξιούχους
Με την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου από 1/1/2024, καταργήθηκε η προηγούμενη πρακτική περικοπής σύνταξης για όσους εργάζονται. Πλέον, το μόνο που ισχύει είναι η καταβολή ενός «ειδικού πόρου» 10% στον ΕΦΚΑ επί του μισθού. Εξαίρεση αποτελούν οι συνταξιούχοι κάτω των 62 που εργάζονται στο Δημόσιο.
Για τους αυτοαπασχολούμενους, η επιβάρυνση μεταφράζεται σε προσαύξηση 50% της εισφοράς κύριας σύνταξης.
Τι πρέπει να κάνουν όσοι θέλουν προσαύξηση
Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να ακολουθήσουν δύο βασικά βήματα:
-
Να δηλώσουν την οριστική παύση της απασχόλησής τους στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.
-
Να καταθέσουν αίτηση για προσμέτρηση των ενσήμων τους στο τοπικό υποκατάστημα ΕΦΚΑ.
Μόνο τότε ενεργοποιείται η διαδικασία υπολογισμού της προσαύξησης – η οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά στο ανταποδοτικό σκέλος της σύνταξης.
Προσοχή: Δεν είναι όλα ανταποδοτικά
Ο νέος ειδικός πόρος που πληρώνεται από 1/1/2024 δεν οδηγεί σε επιπλέον σύνταξη. Δεν είναι ανταποδοτικός και δεν συνυπολογίζεται για προσαυξήσεις. Δηλαδή, μπορεί μεν να πληρώνεται, αλλά δεν επιστρέφεται στους ασφαλισμένους μέσω μελλοντικών παροχών.
Συμπέρασμα
Το νέο πλαίσιο για τους εργαζόμενους συνταξιούχους φέρνει ελαφρύνσεις αλλά και υποχρεώσεις. Οι ευνοημένοι είναι όσοι εργάζονται, πληρώνουν εισφορές και είναι πρόθυμοι να κινηθούν διαδικαστικά ώστε να κατοχυρώσουν την προσαύξηση που τους αναλογεί. Η «παγωμένη» εισφορά δίνει επιπλέον ώθηση στο καθαρό εισόδημα τους, δημιουργώντας ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για όσους επιλέγουν να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας.


