Ριζικές μεταβολές στην καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών φέρνει ένα νέο πολυνομοσχέδιο που αναμένεται να ταράξει τα νερά – και όχι άδικα. Η κυβέρνηση σχεδιάζει την ψήφιση ενός νομοθετικού πακέτου που αγγίζει καίρια ζητήματα: από τον τρόπο πληρωμής των ενοικίων, μέχρι το πώς γίνονται οι αγορές στα καταστήματα και ποιοι συνταξιούχοι θα βλέπουν κάθε Νοέμβριο ένα «μποναμά» στον λογαριασμό τους.
Ας δούμε αναλυτικά τι φέρνει το νομοσχέδιο-σκούπα που αλλάζει το τοπίο σε ενοίκια, φορολογία, κρατικές παροχές και συναλλαγές.
Τέλος τα μετρητά για τα ενοίκια – Έρχεται «πόθεν έσχες» για κάθε ευρώ
Από την 1η Ιανουαρίου 2026, η πληρωμή ενοικίων με μετρητά θα αποτελεί παρελθόν. Όλοι οι ενοικιαστές θα πρέπει να καταβάλλουν το ενοίκιο αποκλειστικά μέσω τραπεζικών λογαριασμών. Οι ιδιοκτήτες, από την πλευρά τους, θα υποχρεούνται να δηλώσουν στην ΑΑΔΕ τον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο θα δέχονται τα χρήματα.
Όσοι αγνοήσουν αυτή τη ρύθμιση, θα το πληρώσουν ακριβά: οι ενοικιαστές χάνουν την έκπτωση φόρου που δικαιούνται, ενώ οι ιδιοκτήτες δεν θα έχουν το δικαίωμα να αφαιρούν το 5% των σχετικών εισοδημάτων τους από τη φορολογική τους δήλωση – εκτός κι αν υπάρχει τραπεζικό ίχνος της συναλλαγής.
Η νέα διάταξη στοχεύει κυρίως στην καταπολέμηση της «μαύρης» οικονομίας στον τομέα της μίσθωσης κατοικιών, ενισχύοντας ταυτόχρονα τον έλεγχο μέσω της ψηφιακής παρακολούθησης.
Ψηφιακό «μάτι» σε όλα τα ακίνητα – Γενική απογραφή μισθώσεων
Ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα που εισάγει το νομοσχέδιο είναι το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ). Πρόκειται για μια ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα που θα συγκεντρώνει όλες τις πληροφορίες για τα ακίνητα: ποιος τα κατέχει, ποιος τα νοικιάζει, για πόσο και με ποιους όρους.
Η πλατφόρμα αναμένεται να λειτουργήσει σαν εργαλείο για τον πλήρη έλεγχο των μισθώσεων, επιτρέποντας στο κράτος να διασταυρώνει τα εισοδήματα, να εντοπίζει φορολογικές αποκλίσεις και να περιορίζει τις παρατυπίες.
Επίδομα 250€ κάθε Νοέμβριο – Ποιοι συνταξιούχοι θα το πάρουν
Μια πιο «ανάλαφρη» είδηση έρχεται για περίπου 1,45 εκατομμύρια χαμηλοσυνταξιούχους. Από φέτος και κάθε Νοέμβριο, θα καταβάλλεται ετήσιο επίδομα ύψους 250 ευρώ.
Οι δικαιούχοι πρέπει να πληρούν τα εξής κριτήρια:
Ηλικία άνω των 65 ετών
Ετήσιο ατομικό εισόδημα έως 14.000 ευρώ (26.000 για έγγαμους)
Ακίνητη περιουσία που δεν ξεπερνά τις 200.000 ευρώ (ή 300.000 για έγγαμους)
Το μέτρο έρχεται ως μια μικρή οικονομική «ανάσα» σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής πιέζει ολοένα και περισσότερο τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Πληρωμές με IRIS παντού – Και όποιος δεν υπακούει, πληρώνει ακριβά
Από τον Νοέμβριο του 2025, όλες οι επιχειρήσεις – είτε έχουν φυσική είτε ηλεκτρονική παρουσία – υποχρεώνονται να υποστηρίζουν την υπηρεσία πληρωμών IRIS. Όποιος επαγγελματίας δεν προσαρμοστεί, έρχεται αντιμέτωπος με εξοντωτικά πρόστιμα.
Τα πρόστιμα για τους παραβάτες θα κυμαίνονται:
10.000€ έως 20.000€ για επιχειρήσεις σε αστικά κέντρα
5.000€ έως 10.000€ για μικρά καταστήματα σε νησιά και απομακρυσμένους οικισμούς (κάτω των 3.100 κατοίκων)
Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: προώθηση των ψηφιακών συναλλαγών και μείωση της χρήσης μετρητών, ιδιαίτερα σε τομείς όπου εντοπίζεται εκτεταμένη φοροδιαφυγή.
Ποιοι αντιδρούν και γιατί
Οι αλλαγές δεν περνούν χωρίς αντιδράσεις. Ιδιοκτήτες ακινήτων εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους, καθώς θεωρούν πως το νέο καθεστώς περιορίζει τα δικαιώματά τους και αυξάνει τη γραφειοκρατία. Από την άλλη πλευρά, οι συνταξιούχοι βλέπουν με θετικό μάτι το νέο επίδομα, έστω κι αν δεν λύνει τα βασικά προβλήματα επιβίωσης.
Οι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε μικρά νησιά και δυσπρόσιτες περιοχές ζητούν ειδική μεταχείριση, προειδοποιώντας ότι τα υψηλά πρόστιμα θα οδηγήσουν σε οικονομικό αδιέξοδο τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις.
Συμπέρασμα: Ένας ψηφιακός μετασχηματισμός με… κόστος
Το νέο νομοσχέδιο φέρνει μαζί του έναν ξεκάθαρο στόχο: την ενίσχυση της διαφάνειας και της ψηφιακής εποπτείας. Είτε πρόκειται για ενοίκια, είτε για επιδόματα, είτε για συναλλαγές, το κράτος δείχνει πως σκοπεύει να παρακολουθεί στενά την οικονομική δραστηριότητα των πολιτών. Όμως το ερώτημα παραμένει: πόσο προετοιμασμένη είναι η κοινωνία να απορροφήσει τόσες αλλαγές σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;


