Η αποτυχία του «Σπίτι μου 2» φέρνει αλλαγές και τολμηρές παρεμβάσεις. Το «Σπίτι μου 3» προετοιμάζεται με στόχο χαλαρότερους κανόνες, διευρυμένα εισοδηματικά όρια και μεγαλύτερη ευελιξία ώστε να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των νέων νοικοκυριών.
Γιατί δεν πέτυχε το «Σπίτι μου 2».
Το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» ξεκίνησε με θριαμβευτικές προσδοκίες στις αρχές του 2025, όμως η δυναμική του εξανεμίστηκε γρήγορα. Ο βασικός λόγος ήταν η εκτόξευση των τιμών στις επιλέξιμες κατοικίες. Οι τράπεζες αποτιμούσαν χαμηλότερα τα ακίνητα από την πραγματική συμφωνία πωλητή και αγοραστή, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να καλούνται να πληρώσουν από την τσέπη τους μεγάλες διαφορές. Αυτό οδήγησε πολλούς νέους να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, αφού η επιδότηση έχανε το νόημά της.
Τα χαμηλά ποσοστά έγκρισης και εκταμίευσης.
Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν 30.421 προεγκρίσεις από τις τράπεζες, συνολικής αξίας 3,7 δισ. ευρώ, μόνο λίγοι δανειολήπτες κατάφεραν τελικά να φτάσουν στην υπογραφή συμβολαίων. Από τον προϋπολογισμό των 2 δισ. ευρώ, εγκρίθηκαν 9.151 δάνεια ύψους 1,1 δισ. ευρώ, όμως εκταμιεύτηκαν μόλις 2.561, αξίας 277,4 εκατ. ευρώ – δηλαδή περίπου το 14% του συνόλου. Η αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες και στην πραγματική απόδοση του προγράμματος φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος.
Το νέο σχέδιο με το «Σπίτι μου 3».
Βλέποντας τη στασιμότητα, η κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει σε μια τρίτη εκδοχή του προγράμματος. Το «Σπίτι μου 3» θα έχει χαλαρότερα κριτήρια σε σχέση με την παλαιότητα των κατοικιών, ώστε να διευρυνθεί η γκάμα επιλογών. Παράλληλα, εξετάζεται σοβαρά η αύξηση των εισοδηματικών ορίων για τους δικαιούχους. Στόχος είναι να στηριχθούν περισσότερο τα νέα ζευγάρια και τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης που βρίσκονται αντιμέτωπα με την αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.
Οι προκλήσεις που παραμένουν.
Αν και οι αλλαγές φαίνεται πως θα ανοίξουν τον δρόμο σε περισσότερους δικαιούχους, παραμένει το αγκάθι των υψηλών τιμών στην αγορά ακινήτων. Χωρίς μέτρα για την ισορροπία στις αξίες των κατοικιών, υπάρχει κίνδυνος και το «Σπίτι μου 3» να πέσει στην ίδια παγίδα με τον προκάτοχό του. Η κυβέρνηση καλείται λοιπόν να σχεδιάσει πιο ευέλικτους μηχανισμούς και να βρει τρόπους που θα κάνουν πραγματικά προσιτή την αγορά πρώτης κατοικίας για όσους τη χρειάζονται περισσότερο.


