Σοκ για τους δημοσίους υπαλλήλους: Το νέο πειθαρχικό “μαχαίρι” που φέρνει απολύσεις και πρόστιμα-φωτιά

Η ψήφιση του νομοσχεδίου «Αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, σύσταση Ελληνικού Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων και λοιπές διατάξεις» πέρασε στη Βουλή μόνο με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ήδη προκαλεί θύελλα αντιδράσεων. Ο λόγος είναι απλός: για πολλούς, το νέο πλαίσιο συνιστά ένα πρωτοφανές σφίξιμο της μέγγενης γύρω από τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, με ποινές που ξεκινούν από χρηματικά πρόστιμα και φτάνουν μέχρι την οριστική απόλυση.

Από το πειθαρχικό… στην απόλυση

Η κεντρική φιλοσοφία του νομοσχεδίου είναι ξεκάθαρη: αυστηροποίηση σε κάθε επίπεδο. Πλέον, το φάσμα των ποινών περιλαμβάνει όχι μόνο στέρηση μισθολογικής εξέλιξης για πέντε χρόνια ή αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων, αλλά και πρόστιμα που ξεκινούν από 10.000 ευρώ και μπορούν να αγγίξουν τις 100.000 ευρώ. Κυρίως όμως, θεσμοθετείται η οριστική παύση – δηλαδή η άμεση απόλυση – για παραπτώματα που μέχρι χθες δεν θεωρούνταν τόσο βαριά.

Για παράδειγμα, η άσκηση οποιασδήποτε αμειβόμενης εργασίας χωρίς άδεια της υπηρεσίας μετατρέπεται αυτομάτως σε λόγο απόλυσης. Παράλληλα, διατηρούνται «αόριστα» κριτήρια, όπως η «αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας», τα οποία – όπως επισημαίνει η ΑΔΕΔΥ – έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης.

Αξιολόγηση ή τιμωρία;

Ακόμα πιο ανησυχητική θεωρείται η καθιέρωση της άρνησης συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης ως αυτόνομου πειθαρχικού αδικήματος. Με απλά λόγια, ένας υπάλληλος που δεν επιθυμεί να συμμετάσχει ή να διευκολύνει την αξιολόγηση, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με βαρύτατες κυρώσεις. Έτσι, ένα μέσο που κανονικά θα έπρεπε να ενισχύει την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, μετατρέπεται σε εργαλείο πειθάρχησης.

«Καπέλο» στους αιρετούς

Η κατάργηση της συμμετοχής των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων στα πειθαρχικά συμβούλια είναι ένα ακόμη σημείο τριβής. Με αυτόν τον τρόπο, οι αποφάσεις περνούν αποκλειστικά στα χέρια της διοίκησης, χωρίς την παρουσία φωνής που να εκφράζει τους ίδιους τους εργαζόμενους. Επιπλέον, αφαιρείται η δυνατότητα ένστασης στις αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια υπεράσπισης.

Αυτόματη αργία χωρίς συμβούλιο

Ένα άλλο «βαρύ» μέτρο είναι η διεύρυνση των περιπτώσεων όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να τεθούν σε αυτοδίκαιη αργία. Πλέον, αρκεί ακόμα και η σύλληψη ή η επιβολή περιοριστικών όρων αντί προσωρινής κράτησης, χωρίς καν να απαιτείται γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Αυτό δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για τον κίνδυνο αυθαιρεσίας και καταχρήσεων εις βάρος εργαζομένων.

Οι «παράπλευρες» τροπολογίες

Το νομοσχέδιο συνοδεύτηκε από μια σειρά τροπολογιών, οι οποίες, αν και φαινομενικά διευκολύνουν κάποιες κατηγορίες, κρύβουν και αυτές παγίδες. Για παράδειγμα, δίνεται πλέον η δυνατότητα συνυπηρέτησης σε τρίτεκνους και πολύτεκνους υπαλλήλους όταν ο/η σύζυγος εργάζεται εκτός Δημοσίου. Παράλληλα, οι δήμοι μπορούν να προσλαμβάνουν συμβασιούχους κατά παρέκκλιση των γενικών διατάξεων, σε περιπτώσεις απουσίας τακτικού υπαλλήλου.

Επίσης, παρατείνονται για έναν χρόνο οι συμβάσεις στο «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Ωστόσο, κριτικοί τονίζουν ότι αυτά τα «μπαλώματα» δείχνουν την έλλειψη συνολικού σχεδιασμού στη στελέχωση του Δημοσίου και την τάση να καλύπτονται τα κενά με προσωρινές λύσεις.

Τι φοβούνται οι εργαζόμενοι

Η ΑΔΕΔΥ και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι το νέο πλαίσιο ανοίγει τον δρόμο για στοχοποίηση εργαζομένων που σηκώνουν κεφάλι. Η απουσία αιρετών στα πειθαρχικά, η ποινικοποίηση της μη συμμετοχής στην αξιολόγηση και τα «λάστιχο» αδικήματα τύπου «αναξιοπρεπής συμπεριφορά» θεωρούνται κομβικά εργαλεία για την κάμψη των αντιστάσεων.

Στην πράξη, ο δημόσιος υπάλληλος θα κινείται πλέον σε ένα τοπίο όπου κάθε ενέργεια μπορεί να ερμηνευθεί ως πειθαρχικό παράπτωμα, με κίνδυνο να χάσει τη δουλειά του ή να βρεθεί με πρόστιμα-μαμούθ.

Η μεγάλη εικόνα

Για την κυβέρνηση, το νομοσχέδιο αποτελεί βήμα εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης της λογοδοσίας. Για τους επικριτές του, όμως, πρόκειται για μια συντονισμένη προσπάθεια επιβολής φόβου και πειθάρχησης στο Δημόσιο. Το βέβαιο είναι ότι ο νόμος αυτός αλλάζει ριζικά το εργασιακό τοπίο για εκατοντάδες χιλιάδες υπαλλήλους.

Με την ψήφιση του, η δημόσια διοίκηση καλείται να λειτουργήσει σε ένα καθεστώς αυστηρών ποινών, περιορισμένων δικαιωμάτων υπεράσπισης και διαρκούς επιτήρησης. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες ή σε ένα περιβάλλον φόβου και ανασφάλειας, μένει να αποδειχθεί στην πράξη.