Μια νέα ρύθμιση που αναμένεται να επηρεάσει άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά φέρνει το νομοσχέδιο για τη δημοσιονομική διαχείριση, το οποίο βρίσκεται ήδη σε δημόσια διαβούλευση. Στην καρδιά των αλλαγών βρίσκεται η επιστροφή μέρους του ενοικίου, με διαδικασίες απλές και χωρίς ταλαιπωρία για τους ενοικιαστές.
Αυτόματη πίστωση στον λογαριασμό
Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) θα αναλαμβάνει να πιστώνει το ποσό κατευθείαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων. Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλαιότερες ενισχύσεις είναι ότι δεν θα απαιτείται καμία αίτηση. Η διαδικασία θα «τρέχει» αυτόματα, αξιοποιώντας τα στοιχεία που δηλώνουν οι φορολογούμενοι στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις και στα ηλεκτρονικά μισθωτήρια.
Η καταβολή θα πραγματοποιείται κάθε χρόνο μέχρι το τέλος Νοεμβρίου, δίνοντας μια οικονομική ανάσα σε όσους καταβάλλουν μηνιαίο μίσθωμα για στέγαση.
Το ύψος της ενίσχυσης
Η επιδότηση έχει σχεδιαστεί ώστε να αντιστοιχεί στο 1/12 του συνολικού ενοικίου που πληρώνει κάποιος μέσα στη χρονιά. Για να γίνει πιο κατανοητό, ενοικιαστής που καταβάλλει 4.800 ευρώ τον χρόνο θα λάβει πίσω 400 ευρώ.
Το ανώτατο ποσό επιστροφής ορίζεται στα 800 ευρώ ετησίως, ενώ υπάρχει πρόβλεψη για προσαύξηση κατά 50 ευρώ για κάθε παιδί που βαρύνει φορολογικά τον δικαιούχο. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να στηρίξει ιδιαίτερα τα νοικοκυριά με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις.
Ποιους αφορά
Το μέτρο αγγίζει ουσιαστικά όλους όσοι ενοικιάζουν κατοικία. Στην κατηγορία των δικαιούχων περιλαμβάνονται:
-
Οι μισθωτές κύριας κατοικίας
-
Οι φοιτητές που διαμένουν σε ενοικιαζόμενα σπίτια
Παράλληλα, καλύπτονται και περιπτώσεις διαζευγμένων γονέων ή ζευγαριών που έχουν προχωρήσει σε συμφωνητική ρύθμιση στέγασης, ώστε να μην αποκλείονται από την ενίσχυση.
Ποιοι μένουν εκτός
Αν και η ρύθμιση είναι ευρείας κλίμακας, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Δεν θα λάβουν επιδότηση όσοι δεν έχουν καταχωρίσει σωστά τα στοιχεία του μισθωτηρίου στο ηλεκτρονικό σύστημα της ΑΑΔΕ ή όσοι παραλείπουν να δηλώσουν τα σχετικά ποσά στη φορολογική τους δήλωση.
Η υποχρέωση για ψηφιακή καταγραφή των μισθώσεων καθίσταται έτσι πιο κρίσιμη από ποτέ, καθώς η παραμικρή ασυμφωνία στα στοιχεία θα οδηγεί σε απώλεια της επιστροφής.
Γιατί εφαρμόζεται το μέτρο
Η κυβέρνηση προβάλλει δύο βασικούς στόχους πίσω από την πρωτοβουλία αυτή:
-
Ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, ειδικά σε μια περίοδο που το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί.
-
Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αφού η αυτόματη διασταύρωση των στοιχείων από φορολογικές δηλώσεις και μισθωτήρια δίνει κίνητρο στους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές να δηλώνουν σωστά τα ποσά.
Με τον τρόπο αυτό, το κράτος επιχειρεί να χτυπήσει δύο «στόχους» ταυτόχρονα: αφενός να προσφέρει ένα μικρό αλλά ουσιαστικό βοήθημα στους ενοικιαστές, αφετέρου να περιορίσει τις αδήλωτες μισθώσεις.
Παραδείγματα
-
Ενοικιαστής που πληρώνει 700 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 8.400 ευρώ τον χρόνο, θα λάβει πίσω το ανώτατο ποσό των 800 ευρώ.
-
Φοιτητής που καταβάλλει 300 ευρώ τον μήνα, συνολικά 3.600 ευρώ τον χρόνο, θα δει στον λογαριασμό του 300 ευρώ.
-
Οικογένεια με δύο παιδιά και ετήσιο ενοίκιο 6.000 ευρώ θα λάβει 500 ευρώ (1/12 του μισθώματος), συν προσαύξηση 100 ευρώ για τα δύο παιδιά, δηλαδή συνολικά 600 ευρώ.
Οι επόμενες κινήσεις
Το νομοσχέδιο βρίσκεται ακόμα στη φάση της δημόσιας διαβούλευσης και αναμένεται να κατατεθεί σύντομα στη Βουλή. Εφόσον ψηφιστεί χωρίς αλλαγές, η πρώτη εφαρμογή θα γίνει μέσα στο 2025, με βάση τα ενοίκια που καταβλήθηκαν το 2024.
Τι σημαίνει για την αγορά κατοικίας
Η είδηση ήδη προκαλεί συζητήσεις στην αγορά ακινήτων. Από τη μία πλευρά, οι ενοικιαστές βλέπουν μια έμπρακτη στήριξη στο εισόδημά τους. Από την άλλη, ειδικοί της αγοράς προειδοποιούν ότι η επιδότηση μπορεί να μην αρκεί για να αναχαιτίσει την ανοδική πορεία των ενοικίων, ειδικά σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όπου η ζήτηση είναι ιδιαίτερα αυξημένη.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν πως η ενίσχυση θα λειτουργήσει τουλάχιστον ως «ανάσα» για ευάλωτες ομάδες και θα ενθαρρύνει τη διαφάνεια στις μισθώσεις.


