Ποιοι κερδίζουν πραγματικά από τις νέες φοροελαφρύνσεις – και ποιοι μένουν απ’ έξω

Οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης έφεραν στο προσκήνιο μία νέα δέσμη φοροελαφρύνσεων για την περίοδο 2026–2027. Πίσω όμως από τα ποσοστά, τους συντελεστές και τα παραδείγματα, το ερώτημα παραμένει: ποιοι είναι οι πραγματικοί ωφελημένοι και ποιοι θα δουν τελικά περιορισμένα ή μηδενικά οφέλη;

Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η αύξηση των εσόδων από τους έμμεσους φόρους –καθώς ο πληθωρισμός διογκώνει την κατανάλωση και κατ’ επέκταση τον ΦΠΑ– δημιουργεί τον απαιτούμενο «δημοσιονομικό χώρο». Αυτός αξιοποιείται για να χρηματοδοτηθούν οι εξαγγελθείσες μειώσεις φόρων. Από την άλλη πλευρά, η κατανομή των ωφελειών δεν είναι ισομερής: τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα φαίνεται να έχουν την πρωτοκαθεδρία, ενώ οι χαμηλόμισθοι και η μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων μένουν στο περιθώριο.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις γίνονται περισσότερο αισθητές σε οικογένειες με υψηλά εισοδήματα και τέκνα, σε μισθωτούς μεσαίας και ανώτερης κατηγορίας αλλά και στους νέους εργαζόμενους.

  • Οικογένειες με δύο ή περισσότερα παιδιά και εισόδημα που ξεπερνά τις 50.000–60.000 ευρώ ετησίως θα δουν ουσιαστική διαφορά. Ο συνδυασμός της μερικής τιμαριθμοποίησης και της μείωσης συντελεστών μπορεί να μεταφραστεί σε ελάφρυνση έως και 2.400 ευρώ τον χρόνο για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά.

  • Φορολογούμενοι με ατομικό εισόδημα άνω των 40.000 ευρώ επίσης συγκαταλέγονται στους κερδισμένους. Οι ενδιάμεσοι φορολογικοί συντελεστές μειώνονται, ενώ ο ανώτατος πέφτει από το 44% στο 39% για εισοδήματα έως 60.000 ευρώ.

  • Νέοι έως 25 ετών εξακολουθούν να απολαμβάνουν πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος μέχρι τα 10.000 ευρώ. Για όσους είναι λίγο μεγαλύτεροι, η φορολογία μειώνεται κατά 50%, διατηρώντας έτσι ένα ισχυρό κίνητρο για την είσοδο στην αγορά εργασίας.

Η κατεύθυνση αυτή, σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους, στοχεύει αφενός στη στήριξη της οικογένειας και αφετέρου στη συγκράτηση του εγκεφάλου της νέας γενιάς στη χώρα.

Οι «χαμένοι» της εξίσωσης

Η άλλη πλευρά του νομίσματος περιλαμβάνει όσους ζουν με περιορισμένα εισοδήματα, είτε πρόκειται για χαμηλόμισθους είτε για συνταξιούχους.

  • Ένας εργαζόμενος με βασικό μισθό γύρω στα 880 ευρώ τον μήνα, δηλαδή ετήσιο εισόδημα περίπου 10.416 ευρώ, δεν βλέπει ουσιαστική ενίσχυση. Η έλλειψη τιμαριθμοποίησης του αφορολόγητου (8.634 ευρώ) περιορίζει την ωφέλεια, ενώ η μείωση του συντελεστή από 22% σε 20% μεταφράζεται σε ελάφρυνση μόλις 8,32 ευρώ τον χρόνο – λιγότερο από 1 ευρώ τον μήνα.

  • Για τους συνταξιούχους με μηνιαία εισοδήματα μεταξύ 1.000 και 1.200 ευρώ, η εικόνα είναι επίσης απογοητευτική. Λόγω εισοδηματικών κριτηρίων δεν λαμβάνουν το επίδομα των 250 ευρώ, ενώ το ετήσιο όφελος από τη μείωση του συντελεστή περιορίζεται στα 80 ευρώ.

  • Ζευγάρια συνταξιούχων με εισόδημα περίπου 1.000 ευρώ έκαστος αποκλείονται από ενισχύσεις, καθώς ξεπερνούν το εισοδηματικό όριο των 24.000 ευρώ. Η φορολογική τους ελάφρυνση φτάνει τα 40 ευρώ ετησίως ανά άτομο – μόλις 3,3 ευρώ τον μήνα.

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, που πλήττονται περισσότερο από την ακρίβεια, δεν θα δουν ουσιαστική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημά τους.

Η μεγάλη συζήτηση: αφορολόγητο και συντάξεις

Αν υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής στις κριτικές, αυτός είναι η απουσία τιμαριθμοποίησης του αφορολόγητου. Ενώ οι τιμές βασικών αγαθών ανεβαίνουν, το όριο παραμένει στάσιμο, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι με χαμηλά εισοδήματα να χάνουν σταδιακά μέρος της αγοραστικής τους δύναμης.

Στην περίπτωση των συνταξιούχων, το πρόβλημα είναι διπλό. Εκτός από την απώλεια επιδομάτων, παραμένει και το ζήτημα της διπλής φορολογίας που υφίστανται σε σχέση με τα εισοδήματά τους. Αυτό κάνει τις ελαφρύνσεις σχεδόν αόρατες στην πράξη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την οικονομία

Αναλυτές εκτιμούν ότι η τρέχουσα στρατηγική δίνει σήμα σταθερότητας και προοπτικής, κυρίως προς τις μεσαίες και υψηλότερες κατηγορίες εισοδήματος. Ωστόσο, η μη ενίσχυση των χαμηλότερων στρωμάτων δημιουργεί προβληματισμό. Καθώς η κατανάλωση αυτών των ομάδων είναι πιο «ανελαστική», κάθε απώλεια εισοδήματος λόγω φόρων ή ακρίβειας έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα.

Η εξίσωση επομένως παραμένει ανοιχτή: πώς μπορεί το κράτος να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία, την ανάγκη για ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη;


Με λίγα λόγια, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ δημιουργούν σαφείς κερδισμένους και χαμένους. Αν και τα υψηλά εισοδήματα και οι οικογένειες με παιδιά αποκομίζουν ουσιαστικά οφέλη, οι χαμηλόμισθοι και οι περισσότεροι συνταξιούχοι μένουν σχεδόν ανεπηρέαστοι. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η στρατηγική αυτή αρκεί για να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της ακρίβειας και να προσφέρει πραγματική ανακούφιση σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο.