Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα ένα νέο μέτρο που – στα χαρτιά – παρουσιάζεται ως «ανάσα» για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Πρόκειται για την καθιέρωση ενός ελάχιστου εισοδήματος, με στόχο, όπως διακηρύχθηκε, να ενισχυθεί η οικονομική αντοχή όσων δραστηριοποιούνται εκτός μισθωτής απασχόλησης. Παράλληλα, προβλέφθηκε ειδική εξαίρεση για νέες μητέρες: για τρία χρόνια μετά τη γέννηση του παιδιού τους, δεν θα υπολογίζεται το τεκμαρτό τους εισόδημα.
Αν και η ανακοίνωση «ντύθηκε» με τον μανδύα της κοινωνικής ευαισθησίας, η πραγματικότητα είναι λιγότερο εντυπωσιακή. Γιατί όταν κοιτά κανείς κάτω από την επιφάνεια, το μέτρο δείχνει περισσότερο σαν επικοινωνιακή κίνηση παρά σαν πραγματική στήριξη.
Ένα μέτρο με ημερομηνία λήξης
Το πρώτο πρόβλημα είναι η διάρκεια. Η εξαίρεση για τις μητέρες ισχύει μόνο για τρία φορολογικά έτη. Όμως τα οικονομικά βάρη της μητρότητας δεν εξαφανίζονται μετά την τριετία – αντίθετα, αυξάνονται.
Παιδικοί σταθμοί, φροντίδα, ιατρικά έξοδα, ρουχισμός, μετέπειτα φροντιστήρια και εκπαιδευτικά κόστη συνθέτουν έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που συνεχώς «φουσκώνει». Το κράτος ουσιαστικά λέει στις γυναίκες: «Θα σας βοηθήσουμε λίγο στην αρχή, αλλά μετά… βρείτε τα μόνες σας». Πρόκειται για στήριξη με χρονικό περιορισμό, που μετατρέπεται σε οικονομική παγίδα μακροπρόθεσμα.
«Σταγόνα στον ωκεανό»
Η δεύτερη αδυναμία είναι το ίδιο το εύρος των δικαιούχων. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 6.000 μητέρες που θα επωφεληθούν. Ένας αριθμός που φαντάζει αξιοσημείωτος, μέχρι να τον συγκρίνει κανείς με το σύνολο των γυναικών που γίνονται μητέρες κάθε χρόνο στη χώρα.
Στην πράξη, μιλάμε για μια μειονότητα που λαμβάνει προσωρινή βοήθεια, ενώ η πλειοψηφία μένει εκτός. Έτσι, το μέτρο καταλήγει να θυμίζει περισσότερο «επιδοματικό ρουσφέτι» για λίγες, παρά μια πολιτική ισότητας και πραγματικής στήριξης.
Μισθωτές μητέρες: η μεγάλη αδικία
Ακόμα πιο προκλητική είναι η εξαίρεση των μισθωτών γυναικών. Γιατί μια μητέρα που εργάζεται σε γραφείο, σε βιοτεχνία ή σε κατάστημα δεν αξίζει την ίδια στήριξη με μια μητέρα που εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας;
Η απόφαση δημιουργεί εργαζόμενες δύο ταχυτήτων. Στην πράξη, η κυβέρνηση στέλνει το μήνυμα ότι κάποιες μητρότητες έχουν μεγαλύτερη αξία από άλλες. Πρόκειται για μια πολιτική που διχάζει αντί να ενώνει, που ενισχύει τις ανισότητες αντί να τις μειώνει.
Το επικοινωνιακό «περιτύλιγμα»
Δεν είναι τυχαίο ότι το μέτρο παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες. Σε μια περίοδο που το κόστος ζωής εκτινάσσεται και οι οικογένειες πιέζονται από παντού, η κυβέρνηση έσπευσε να διαφημίσει ένα μέτρο που – τελικά – μοιάζει περισσότερο με πυροτέχνημα.
Η εξαγγελία έδωσε πρωτοσέλιδα, γέννησε τίτλους για «στήριξη της μητρότητας» και για «ανάσες» σε χιλιάδες επαγγελματίες. Όμως, όταν πέφτουν τα φώτα, η αλήθεια είναι ότι η στήριξη είναι περιορισμένη, προσωρινή και άδικη.
Τι θα έπρεπε να γίνει
Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να στηρίξει τις οικογένειες και τη μητρότητα, οι λύσεις είναι γνωστές:
-
Επέκταση της διάρκειας του μέτρου σε ορίζοντα τουλάχιστον 7-10 ετών.
-
Ένταξη όλων των μητέρων ανεξάρτητα από εργασιακό καθεστώς.
-
Οριζόντια πολιτική που θα αγκαλιάζει και τους πατέρες, ώστε να ενισχύεται συνολικά η οικογένεια.
-
Επενδύσεις σε δημόσιες δομές φύλαξης παιδιών, που αποτελούν πραγματική ανακούφιση για τους γονείς.
Χωρίς αυτά, το μέτρο δεν είναι παρά ένα φτηνό πολιτικό τέχνασμα.
Συμπέρασμα
Το νέο καθεστώς για το ελάχιστο εισόδημα και η προσωρινή εξαίρεση για τις μητέρες μπορεί να ακούγονται θετικά, αλλά στην πράξη είναι μισόλογα και ημίμετρα. Στηρίζουν λίγες, αφήνουν πολλές εκτός και σε βάθος χρόνου δεν λύνουν κανένα ουσιαστικό πρόβλημα.
Το κράτος μοιάζει να λέει «σας στηρίζουμε», την ίδια στιγμή που οι ίδιες οι οικογένειες ξέρουν καλά ότι μένουν μόνες να σηκώσουν το βάρος. Και σε μια κοινωνία που παλεύει με τη δημογραφική κρίση, τέτοιου είδους «λύσεις» δεν είναι απλά ανεπαρκείς. Είναι επικίνδυνες.


