Το ζήτημα των συντάξεων χηρείας έχει μετατραπεί σε μια ωρολογιακή βόμβα για την εκάστοτε κυβέρνηση. Παρά τις διαβεβαιώσεις και τις εξαγγελίες, το θέμα παραμένει άλυτο και «παγωμένο» μέχρι τις εκλογές. Ο λόγος; Οποιαδήποτε παρέμβαση κι αν γίνει, ανοίγει έναν φαύλο κύκλο δικαστικών διεκδικήσεων και φέρνει τεράστιο πολιτικό κόστος.
Ο «νόμος Κατρούγκαλου» που συνεχίζει να στοιχειώνει
Η ιστορία ξεκινά το 2016, με τον νόμο 4387/2016 – γνωστό ως «νόμο Κατρούγκαλου». Αν και η σημερινή κυβέρνηση είχε δεσμευτεί πως θα τον καταργήσει, εξακολουθεί να τον εφαρμόζει. Ο συγκεκριμένος νόμος προβλέπει ότι ο/η χήρος/χήρα δικαιούται το 70% της σύνταξης του θανόντος για τρία χρόνια. Μετά την τριετία, εφόσον εργάζεται, είναι αυτοαπασχολούμενος ή λαμβάνει άλλη σύνταξη, το ποσοστό πέφτει στο 35%.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του νόμου αποδείχθηκε… επιλεκτική. Από το 2019 και μετά, η περικοπή ενεργοποιήθηκε μόνο για το Δημόσιο και τον ΟΓΑ, αφήνοντας ανέγγιχτους τους δικαιούχους του ιδιωτικού τομέα. Η αιτιολογία ήταν τεχνική: «Δεν υπάρχει το κατάλληλο λογισμικό». Στην πορεία όμως, με τις εκλογικές μάχες να πλησιάζουν, κανείς δεν τόλμησε να αγγίξει το θέμα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα εκρηκτικό αδιέξοδο.
Τέσσερα σενάρια – κανένα ανώδυνο
Σήμερα, η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Οι επιλογές είναι λίγες, αλλά όλες φέρνουν συνέπειες:
-
Αναδρομική περικοπή στον ιδιωτικό τομέα
Αν αποφασιστεί να εφαρμοστεί ο νόμος και στους ιδιωτικούς υπαλλήλους από το 2019, τότε χιλιάδες χήροι και χήρες θα κληθούν να επιστρέψουν χρήματα που έχουν ήδη λάβει. Μιλάμε για κοινωνική και πολιτική «καταστροφή». -
Περικοπή από τώρα και στο εξής
Αν η εφαρμογή ξεκινήσει χωρίς αναδρομικά, τότε οι δικαιούχοι του Δημοσίου θα στραφούν στα δικαστήρια, ζητώντας ίση μεταχείριση και επιστροφή αναδρομικών. Οι πιθανότητες να κερδίσουν είναι πολύ μεγάλες. -
Διατήρηση της εξαίρεσης στον ιδιωτικό τομέα
Σε αυτή την περίπτωση, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου θα βρουν νέο λόγο να κινηθούν νομικά, αφού θα συνεχίσουν να αισθάνονται αδικημένοι. -
Κατάργηση των περικοπών παντού
Μπορεί να ακούγεται η πιο δίκαιη λύση, αλλά έχει τεράστιο κόστος για τον ΕΦΚΑ και κατ’ επέκταση για τον κρατικό προϋπολογισμό. Και εδώ, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου πιθανότατα θα απαιτήσουν αναδρομικά από το 2019.
Με άλλα λόγια, όποιο κουμπί κι αν πατήσει η κυβέρνηση, το πρόβλημα πολλαπλασιάζεται. Γι’ αυτό και η λύση μετατίθεται συνεχώς «μετά τις εκλογές».
ΟΓΑ: Το ξεχωριστό αγκάθι
Το ζήτημα δεν σταματά εδώ. Στις συντάξεις του πρώην ΟΓΑ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Ο νόμος 4499/2017 όρισε κατώτατο όριο σύνταξης χηρείας, που σήμερα ανέρχεται σε 436,40 ευρώ. Ωστόσο, οι χήρες και οι χήροι αγροτών των οποίων ο/η σύζυγος πέθανε πριν τον Μάιο του 2016, μένουν εκτός.
Αυτό σημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι δικαιούχοι λαμβάνουν εξευτελιστικά ποσά. Για παράδειγμα, αν ο θανών λάμβανε 300 ευρώ (200 βασική και 100 ανταποδοτική), ο/η χήρος/χήρα παίρνει μόλις 50 ευρώ!
Η κατάσταση αυτή ανάγκασε οκτώ βουλευτές της ΝΔ να καταθέσουν ερώτηση στη Βουλή, ζητώντας ειδική ρύθμιση για να εξισωθούν οι παλιές με τις νέες συντάξεις χηρείας.
Το πολιτικό δίλημμα
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι όποια απόφαση κι αν πάρει, θα δημιουργήσει νέες αντιδράσεις. Αν κόψει, θα ξεσηκώσει χιλιάδες δικαιούχους. Αν δεν κόψει, θα έχει δικαστικές ήττες. Αν καταργήσει, θα «αδειάσει» τον προϋπολογισμό.
Έτσι, η επιλογή είναι μία: να μετατεθεί η λύση για «αύριο». Μόνο που αυτό το «αύριο» δεν έρχεται ποτέ, ενώ χιλιάδες οικογένειες ζουν με την αβεβαιότητα και την αίσθηση αδικίας.
Η κοινωνική διάσταση
Πέρα από τους αριθμούς και τα νομικά σενάρια, υπάρχει και η ανθρώπινη πλευρά. Οι συντάξεις χηρείας δεν είναι «προνόμια». Είναι το μοναδικό εισόδημα πολλών ηλικιωμένων ανθρώπων που έχασαν τον/την σύντροφό τους. Μιλάμε για ανθρώπους που πρέπει να πληρώσουν φάρμακα, λογαριασμούς και βασικές ανάγκες.
Όταν η σύνταξη πέφτει στα 35% ή σε αστεία ποσά όπως τα 50 ευρώ, δεν μιλάμε πια για «εξορθολογισμό», αλλά για κοινωνικό αποκλεισμό.
Το μεγάλο ερώτημα
Μέχρι τις εκλογές, όλα δείχνουν ότι το θέμα θα μείνει στο συρτάρι. Μετά, όμως, κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η λύση. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι χήροι και οι χήρες δεν μπορούν να περιμένουν άλλο.
Η βόμβα των συντάξεων χηρείας χτυπάει ήδη. Το ερώτημα είναι: ποιος θα τολμήσει να την απασφαλίσει;



