Σώθηκαν προσωρινά οι επαγγελματίες – Το 5% που δεν τόλμησε να επιβάλει η κυβέρνηση

Παγώνει ξανά η αύξηση στις εισφορές – Ποιοι γλιτώνουν και για πόσο

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά φαίνεται ότι αναβάλλεται η εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες. Ο δείκτης μεταβολής μισθών, που βάσει νόμου θα έπρεπε να τεθεί σε ισχύ από 1η Ιανουαρίου 2026, φαίνεται να μετατίθεται εκ νέου — αυτή τη φορά για το 2027.

Οι πληροφορίες αναφέρουν πως η κυβέρνηση «φρενάρει» την εφαρμογή του μέτρου, καθώς η αύξηση που θα προέκυπτε με βάση τον δείκτη μισθών (περίπου 5%) θεωρείται πολιτικά ασύμφορη. Από τη μία, οι ελεύθεροι επαγγελματίες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλά βάρη, και από την άλλη, μια νέα επιβάρυνση σε προεκλογικό ή κοινωνικά ευαίσθητο περιβάλλον θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις.


Από τον νόμο Κατρούγκαλου στον νόμο Βρούτση και τα «παγώματα»

Το νέο σύστημα αναπροσαρμογής θεσπίστηκε το 2020 με τον νόμο 4670 (γνωστό ως «νόμο Βρούτση»), ο οποίος αντικατέστησε το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού εισφορών με βάση το εισόδημα που είχε θεσπίσει ο νόμος Κατρούγκαλου. Η φιλοσοφία του νέου μοντέλου ήταν να αποσυνδέσει τις εισφορές από τα δηλωθέντα εισοδήματα και να εισάγει έξι ασφαλιστικές κατηγορίες, στις οποίες κάθε επαγγελματίας μπορεί να ενταχθεί ελεύθερα.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, από το 2025 οι εισφορές θα έπρεπε να αυξάνονται ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη μισθών, ώστε να παρακολουθούν τη γενικότερη αύξηση αποδοχών στην οικονομία. Ωστόσο, επειδή ο δείκτης αυτός «έτρεχε» σε υψηλότερα ποσοστά από τον πληθωρισμό, η κυβέρνηση αποφάσισε να μεταθέσει την εφαρμογή του — πρώτα για το 2025 και τώρα για το 2027.


Πώς επηρεάζονται οι εισφορές

Η αναβολή αυτή συνεπάγεται μικρότερες αυξήσεις στις εισφορές για τους επαγγελματίες. Αντί για αύξηση γύρω στο 5%, όπως θα προέκυπτε από τον δείκτη μισθών, οι εισφορές θα αναπροσαρμοστούν μόνο κατά το ποσοστό του πληθωρισμού για το 2025, που εκτιμάται γύρω στο 2,6%.

Με απλά λόγια, οι επαγγελματίες θα δουν τις μηνιαίες επιβαρύνσεις τους να αυξάνονται ελαφρώς — κατά 6 έως 17 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν. Για παράδειγμα, η πρώτη ασφαλιστική κατηγορία θα ανέβει από 245 σε 251 ευρώ τον μήνα, ενώ η έκτη θα κινηθεί από 659 σε 676 ευρώ.

Αν όμως εφαρμοζόταν ο δείκτης μισθών, η αύξηση θα ήταν σχεδόν διπλάσια: από 14 ευρώ επιπλέον τον μήνα στην πρώτη κατηγορία (στα 259 ευρώ), έως και 39 ευρώ στην ανώτερη κατηγορία, με την εισφορά να φτάνει περίπου τα 700 ευρώ.


Το προφίλ των ελεύθερων επαγγελματιών

Τα επίσημα στοιχεία του ΕΦΚΑ δείχνουν πως η πλειονότητα των επαγγελματιών παραμένει στην πρώτη κατηγορία, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο εισφορών. Από το σύνολο των 1.258.211 μη μισθωτών με δραστηριότητα άνω των πέντε ετών, οι 972.261 (ποσοστό 77,2%) ανήκουν στην πρώτη ασφαλιστική βαθμίδα. Από αυτούς, οι 637.208 είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι 335.053 αγρότες.

Μόλις 1 στους 10 έχει επιλέξει να ασφαλιστεί στην ανώτερη κατηγορία, γεγονός που αποτυπώνει την οικονομική πίεση που βιώνουν οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες. Η χαμηλή αυτή επιλογή, ωστόσο, οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλότερες μελλοντικές συντάξεις, αφού οι εισφορές καθορίζουν άμεσα το ύψος της συνταξιοδοτικής παροχής.


Το πολιτικό «παζάρι» γύρω από τις εισφορές

Η καθυστέρηση δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι μια αύξηση γύρω στο 5% θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα ενόψει μιας δύσκολης οικονομικής συγκυρίας για τους αυτοαπασχολούμενους. Η κυβέρνηση προτιμά να επαναλάβει το «μοντέλο του 2024» — να μεταθέσει δηλαδή την εφαρμογή του δείκτη μισθών τόσο για τις εισφορές όσο και για τις συντάξεις.

Επιπλέον, η ειδική επιτροπή που έχει συγκροτηθεί από τον Απρίλιο του 2024 για να καθορίσει τον δείκτη μισθών δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το έργο της. Το πόρισμά της αναμένεται μέχρι τον Δεκέμβριο, ωστόσο δεν αποκλείεται να καθυστερήσει περαιτέρω, προσφέροντας ένα ακόμη πρόσχημα για νέα αναβολή.


Τι σημαίνει για τους επαγγελματίες

Για τους περισσότερους ελεύθερους επαγγελματίες, η παράταση αυτή λειτουργεί ως προσωρινή «ανάσα», αφού περιορίζει τις αυξήσεις και διατηρεί τις εισφορές σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται — απλώς μετατίθεται χρονικά. Όσο καθυστερεί η πλήρης εφαρμογή του συστήματος, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις τρέχουσες εισφορές και τις πραγματικές ανάγκες του ασφαλιστικού συστήματος.

Οι χαμηλές καταβολές σήμερα μεταφράζονται σε χαμηλές συντάξεις αύριο. Και καθώς οι 8 στους 10 επιλέγουν τη φθηνότερη βαθμίδα, το ζήτημα της επάρκειας των μελλοντικών συντάξεων των μη μισθωτών παραμένει ανοιχτό.


Συμπέρασμα

Το «πάγωμα» των αυξήσεων ίσως προσφέρει πολιτικό χρόνο και πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν επιλύει το βασικό ζήτημα: τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Με δεδομένο ότι οι περισσότερες εισφορές κινούνται κάτω από τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος, η συζήτηση για το πώς θα χρηματοδοτηθούν επαρκείς συντάξεις για τους επαγγελματίες επανέρχεται αναπόφευκτα στο προσκήνιο — απλώς, για ακόμα μία φορά, «παγώνει».