Μια κρυφή αδικία φαίνεται να κρύβεται πίσω από το λεγόμενο «ανταποδοτικό» σύστημα των συντάξεων, το οποίο εφαρμόζεται με βάση τον νόμο Βρούτση (Ν. 4670/2020). Παρότι θεσπίστηκε με στόχο να βελτιώσει τις στρεβλώσεις του νόμου Κατρούγκαλου, τελικά φαίνεται να δημιουργεί νέες ανισότητες ανάμεσα στους ασφαλισμένους — ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν “γράψει” πάνω από 40 χρόνια δουλειάς.
Η υπόσχεση για δικαιότερη ανταποδοτικότητα… που έμεινε στα χαρτιά
Όταν ψηφίστηκε ο νόμος Βρούτση, παρουσιάστηκε ως διορθωτικός προς τον νόμο Κατρούγκαλου, ο οποίος είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις για τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης. Και πράγματι, για όσους έχουν συμπληρώσει πάνω από 30 έτη ασφάλισης, τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης είναι σαφώς βελτιωμένα.
Ωστόσο, η “ανταπόδοση” σταματά κάπου στα 40 έτη. Μετά από αυτό το όριο, ο μηχανισμός αυξήσεων ουσιαστικά “παγώνει” — οδηγώντας σε μια ανεξήγητη πτώση των συντάξεων σε σχέση με τις επιπλέον εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι.
Ο αόρατος “κόφτης” μετά τη 40ετία
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΝΥΠΕΚΚ (Ένωση για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους), ο νόμος εισάγει έναν “κόφτη” ανταποδοτικότητας:
-
Από τα 36 έως τα 40 έτη η ετήσια προσαύξηση της σύνταξης είναι 2,55%,
-
ενώ μετά τα 40, πέφτει απότομα στο 0,5%!
Με απλά λόγια, κάποιος που συνεχίζει να εργάζεται μετά τη συμπλήρωση 40 ετών πληρώνει περισσότερα, αλλά δεν βλέπει σχεδόν καμία αύξηση στη σύνταξή του. Για όσους δε έχουν ξεπεράσει τα 45 χρόνια ασφάλισης, η επιπλέον ανταμοιβή αγγίζει το… μηδέν.
Η ΕΝΥΠΕΚΚ χαρακτηρίζει αυτό το καθεστώς “νόθο” ως προς την ανταποδοτικότητα, υπογραμμίζοντας ότι παραβιάζει τις αποφάσεις 1889-1891/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχαν ήδη κρίνει αντισυνταγματικά τα ποσοστά του νόμου Κατρούγκαλου.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι
Οι μόνοι που φαίνεται να βγαίνουν πραγματικά κερδισμένοι από το ισχύον σύστημα είναι όσοι αποχωρούν με ακριβώς 40 χρόνια ασφάλισης. Εκεί βρίσκεται το “γλυκό σημείο” του νόμου: το ποσοστό αναπλήρωσης φτάνει στο 50,01%, δηλαδή το υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Μετά όμως από αυτό το όριο, η απόδοση αρχίζει να κατρακυλά. Για όσους συνεχίζουν να εργάζονται, το όφελος μετατρέπεται σε απογοήτευση. Η σκληρή δουλειά και οι επιπλέον εισφορές δεν ανταμείβονται όπως θα έπρεπε.
Οι χαμένοι του συστήματος
Στον αντίποδα, τρεις βασικές κατηγορίες ασφαλισμένων πλήττονται:
-
Όσοι έχουν λιγότερα από 30 έτη ασφάλισης, αφού τα ποσοστά αναπλήρωσης παραμένουν χαμηλά.
-
Όσοι έχουν πάνω από 41 έτη, καθώς οι προσαυξήσεις μειώνονται δραματικά.
-
Όσοι έχουν περισσότερα από 45 έτη, που ουσιαστικά δεν παίρνουν τίποτα παραπάνω, παρότι συνέχισαν να καταβάλλουν εισφορές επί δεκαετίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για 41 έως 44 χρόνια ασφάλισης, τα ποσοστά αναπλήρωσης βαίνουν διαρκώς μειούμενα, ενώ για πάνω από 45 χρόνια είναι σχεδόν μηδενικά. Έτσι, η αρχή της ανταποδοτικότητας —ότι δηλαδή «όσο περισσότερα δίνεις, τόσο περισσότερα παίρνεις»— καταρρέει στην πράξη.
Οι αριθμοί που μιλούν μόνοι τους
Αρκεί μια ματιά στους αριθμούς για να γίνει σαφές το πρόβλημα:
| Έτη Ασφάλισης | Ποσοστό Αναπλήρωσης |
|---|---|
| 31 έτη | 28,35% |
| 35 έτη | 37,81% |
| 38 έτη | 44,91% |
| 40 έτη | 50,01% |
| 45 έτη | 52,51% |
Η διαφορά από τα 40 στα 45 έτη είναι μόλις 2,5 μονάδες — τη στιγμή που ο εργαζόμενος έχει πληρώσει πέντε επιπλέον χρόνια εισφορών! Για να το πούμε απλά: πέντε χρόνια δουλειάς αποδίδουν λιγότερο από μισή μονάδα τον χρόνο.
Ειδικές περιπτώσεις και μικρές “ανάσες”
Μόνο ορισμένες ειδικές ομάδες εργαζομένων, όπως οι στρατιωτικοί με πτητικά ή καταδυτικά εξάμηνα, βλέπουν κάποια βελτίωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις προβλέπεται προσαύξηση 2% μετά το 45ο έτος, ώστε να αντισταθμιστούν εν μέρει οι απώλειες.
Ωστόσο, για τη μεγάλη πλειονότητα των ασφαλισμένων, ο νόμος λειτουργεί αντικίνητρο για την παραμονή στην εργασία μετά τη συμπλήρωση της 40ετίας. Κι αυτό σε μια εποχή που το κράτος ζητά από τους πολίτες να δουλεύουν περισσότερο και να συνταξιοδοτούνται αργότερα!
Η “παγίδα” της μακροχρόνιας εργασίας
Το παράδοξο είναι πως το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, που υποτίθεται ότι βασίζεται στην αρχή της ανταποδοτικότητας, ανταμείβει λιγότερο εκείνους που συνεισφέρουν περισσότερο. Εργαζόμενοι με 43, 44 ή 45 χρόνια υπηρεσίας βρίσκονται να λαμβάνουν σχεδόν ίδιες συντάξεις με όσους έφυγαν στα 40 έτη.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όποιος παραμένει στην εργασία πέρα από τη 40ετία “χάνει”: δουλεύει και πληρώνει χωρίς να βλέπει ουσιαστικό όφελος.
Και τώρα τι;
Ειδικοί της αγοράς εργασίας επισημαίνουν ότι απαιτείται άμεση αναθεώρηση των συντελεστών μετά τα 40 έτη, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία και να τηρηθεί η συνταγματική αρχή της ανταποδοτικότητας. Διαφορετικά, η αίσθηση αδικίας θα εντείνεται και οι εργαζόμενοι θα αποθαρρύνονται να παραμένουν ενεργοί στην παραγωγή.
Το συμπέρασμα
Το ισχύον πλαίσιο μπορεί να μοιάζει δίκαιο “στα χαρτιά”, αλλά στην πράξη ευνοεί τους 40ετείς και αδικεί τους συνεπείς. Το μήνυμα που στέλνει το σύστημα είναι ξεκάθαρο:
«Μη δουλεύεις παραπάνω, δεν αξίζει».
Κι όμως, σε μια χώρα που χρειάζεται έμπειρους εργαζόμενους, φορολογικά έσοδα και βιώσιμα ταμεία, αυτή η λογική δείχνει οικονομικά κοντόφθαλμη και κοινωνικά άδικη.


