Η κυβέρνηση φαίνεται να κερδίζει χρόνο στο θέμα των συνταξιοδοτικών ορίων, καθώς όλα δείχνουν πως οι αλλαγές μετατίθενται για… αργότερα. Οι μετρήσεις για το προσδόκιμο ζωής, ο δείκτης που καθορίζει πότε θα «ανέβει» η ηλικία συνταξιοδότησης, δείχνουν στασιμότητα. Αυτό δίνει στην Πολιτεία ένα πολύτιμο περιθώριο να αποφύγει τις δύσκολες αποφάσεις, τουλάχιστον έως το 2030.
Οι πρώτες αναλογιστικές μελέτες καταγράφουν ότι το προσδόκιμο ζωής, το οποίο είχε υποχωρήσει αισθητά λόγω της πανδημίας, δεν έχει επανέλθει ακόμη στα προ-κορονοϊού επίπεδα. Συνεπώς, δεν υφίσταται —προς το παρόν— λόγος να «πυροδοτηθούν» αυξήσεις στα ηλικιακά όρια από το 2027, όπως προβλέπει ο νόμος. Οι τελικές αποφάσεις, σύμφωνα με πηγές του Υπουργείου Εργασίας, θα ληφθούν το δεύτερο εξάμηνο του 2026, με επικρατέστερη επιλογή την παράταση της σταθερότητας για τρία ακόμη χρόνια.
Τα σενάρια στο τραπέζι
Επισήμως, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή έως το τέλος του 2027. Ωστόσο, στο παρασκήνιο εξετάζονται διαφορετικά σενάρια που ξεκινούν από το 2028 και φτάνουν έως το 2030. Με βάση τη νομοθεσία, τα όρια συνταξιοδότησης επανεξετάζονται ανά τριετία, ανάλογα με το πόσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής.
Η Αναλογιστική Αρχή, που ετοιμάζει τη νέα της έκθεση, αναμένεται να αποτυπώσει ήπια αύξηση στο προσδόκιμο ζωής — εξέλιξη που θα μπορούσε, υπό κανονικές συνθήκες, να οδηγήσει σε αύξηση των ορίων ηλικίας. Ωστόσο, τα στελέχη του Υπουργείου Εργασίας τονίζουν ότι, αν τελικά υπάρξει μεταβολή, αυτή θα γίνει με πολύ σταδιακό τρόπο, δηλαδή 3-4 μήνες επιπλέον ανά έτος, ώστε να μην υπάρξουν απότομες επιβαρύνσεις.
Το δημογραφικό «ρολόι»
Η μεγάλη εικόνα παραμένει ανησυχητική. Οι αναλογιστικές μελέτες που έχουν σταλεί και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ότι το ελληνικό ασφαλιστικό βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα εκρηκτικό δημογραφικό πρόβλημα. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, οι γεννήσεις μειώνονται και ο πληθυσμός γερνάει — συνδυασμός που δημιουργεί τεράστια πίεση στα ταμεία.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης στην Ελλάδα ενδέχεται στο μέλλον να αγγίξει ακόμη και τα 67,5 έτη, από τα 62 που ισχύουν σήμερα (με 40 έτη ασφάλισης). Ο ΟΟΣΑ προτείνει διάφορα μοντέλα «αναλογίας»:
-
1 προς 1, όπου κάθε έτος αύξησης στο προσδόκιμο σημαίνει και ένα έτος επιπλέον στα όρια ηλικίας.
-
1 προς 2/3, που θα φέρει αύξηση περίπου 8 μηνών για κάθε χρόνο ζωής που κερδίζεται.
-
Και 1 προς 1/3, δηλαδή μια πιο ήπια προσαρμογή τεσσάρων μηνών.
Οι δείκτες που «δείχνουν» το μέλλον
Τρεις βασικοί δείκτες θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα του ασφαλιστικού:
-
Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων – δηλαδή το ποσοστό των άνω των 65 ετών σε σχέση με τον ενεργό πληθυσμό.
-
Δείκτης γήρανσης – η σχέση ηλικιωμένων και νέων εργάσιμης ηλικίας.
-
Δείκτης γονιμότητας, που αν και βελτιώθηκε ελάχιστα, παραμένει πολύ χαμηλός, στο 1,5 παιδί ανά γυναίκα.
Από το 2010 ως το 2015 το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε κατά περίπου ένα έτος, αλλά την πενταετία 2015-2020 έμεινε στάσιμο λόγω πανδημίας. Αυτή η στασιμότητα είναι που δίνει τώρα «ανάσα» στην κυβέρνηση.
Ποιοι θα επηρεαστούν
Οι αλλαγές, όταν τελικά έρθουν, δεν θα αγγίξουν όλους το ίδιο.
-
Ηλικίες 50-55 ετών: Αυτοί που απέχουν 7-12 χρόνια από το όριο των 62 ετών είναι οι πιο «εκτεθειμένοι», καθώς μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με καθυστερήσεις στη συνταξιοδότησή τους.
-
Ηλικίες 35-50 ετών: Θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα βιώσουν τουλάχιστον μία αύξηση ορίου πριν αποχωρήσουν.
-
Νέοι εργαζόμενοι: Θα λειτουργήσουν πλέον σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, όπου η σύνταξη στα 70 δεν θεωρείται απίθανη, αλλά μάλλον… αναμενόμενη.
Ο πολιτικός παράγοντας
Δεν είναι, όμως, όλα τεχνοκρατικά. Το 2027 είναι έτος εκλογών και οποιαδήποτε αύξηση στα όρια ηλικίας θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η κυβέρνηση επιλέγει τη «σιγουριά της αναβολής», προκειμένου να αποφύγει κοινωνικές και εκλογικές αναταράξεις.
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επιμένει δημοσίως ότι «δεν υπάρχει καμία συζήτηση για αλλαγή στα ηλικιακά όρια», επιχειρώντας να στείλει μήνυμα σταθερότητας προς τους ασφαλισμένους. Ωστόσο, οι δημογραφικές προβλέψεις για την Ελλάδα είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές: υπολογίζεται ότι έως το 2100 ο πληθυσμός της χώρας θα έχει μειωθεί κατά 24%, καθιστώντας την τρίτη πιο γερασμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και όσο η χώρα μικραίνει, τόσο το ασφαλιστικό της σύστημα θα δοκιμάζεται — με ή χωρίς αύξηση ορίων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για τη σύνταξη στην Ελλάδα μόλις αρχίζει, ακόμη κι αν προσωρινά δείχνει να «παγώνει».


