Η συζήτηση για τη μεγαλύτερη ίσως τομή στη λειτουργία του ελληνικού Δημοσίου εδώ και δεκαετίες έχει πλέον φουντώσει: η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ένα από τα θεμέλια του σημερινού συστήματος, βρίσκεται στο τραπέζι της συνταγματικής αναθεώρησης. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η κυβέρνηση σχεδιάζει να προχωρήσει σε βαθιές αλλαγές που θα αγγίξουν τόσο τους παλιούς όσο και τους νέους εργαζόμενους στον κρατικό μηχανισμό, συνδέοντας άμεσα το εργασιακό καθεστώς με την αξιολόγηση.
Η αφετηρία αυτής της συζήτησης εντοπίζεται αρκετούς μήνες πίσω, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την άνοιξη του 2025, άφησε για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής του άρθρου 103 του Συντάγματος. Τότε είχε κάνει λόγο για «θεσμική θωράκιση της αξιολόγησης», θέτοντας ως στόχο ένα Δημόσιο στο οποίο οι ικανοί και συνεπείς υπάλληλοι θα επιβραβεύονται, ενώ όσοι επίμονα δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της θέσης τους θα αντιμετωπίζουν συνέπειες.
Οι δηλώσεις αυτές δεν έμειναν μετέωρες. Στελέχη της κυβέρνησης έσπευσαν να ενισχύσουν τη δημόσια τοποθέτηση του πρωθυπουργού και να καταστήσουν σαφές ότι η κατεύθυνση είναι οριζόντια: κατάργηση της μονιμότητας χωρίς εξαιρέσεις. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχε τονίσει ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να ανοίξει “παράθυρα” για διακριτική μεταχείριση. Η κατάργηση της μονιμότητας, εφόσον προχωρήσει, θα αφορά όλους ανεξαιρέτως.
Κομβικό στοιχείο στο νέο μοντέλο θα είναι η αξιολόγηση, η οποία ήδη έχει μπει σε εφαρμογή στο Δημόσιο. Το μήνυμα που εκπέμπει το κυβερνητικό επιτελείο είναι ξεκάθαρο: οι χαμηλές βαθμολογίες δεν θα αποτελούν απλώς μια… παρατήρηση στο φάκελο ενός υπαλλήλου, αλλά πιθανό προθάλαμο για την έξοδό του από τον δημόσιο τομέα. Ο κ. Μαρινάκης είχε μάλιστα αφήσει εντυπωσιακά ανοιχτό το ενδεχόμενο σύνδεσης της αξιολόγησης με την απώλεια της μονιμότητας, σημειώνοντας πως «η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες».
Το «σκληρό» σενάριο των συμβάσεων
Ειδικοί του εργατικού και διοικητικού δικαίου εκτιμούν ότι, αν προχωρήσει η συνταγματική αλλαγή, το νέο καθεστώς ίσως συνοδεύεται από μετατροπή των υφιστάμενων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου ή ακόμη και σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Πρακτικά αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι κάθε 2-3 χρόνια ένας δημόσιος υπάλληλος θα αξιολογείται και, ανάλογα με το αποτέλεσμα, η σύμβασή του θα ανανεώνεται ή όχι. Ένα τέτοιο μοντέλο είναι γνώριμο ήδη σε ορισμένες θέσεις υψηλόβαθμων στελεχών, όμως η εφαρμογή του οριζόντια σε ολόκληρο το Δημόσιο θα συνιστούσε τεράστια μεταβολή.
Τι ισχύει σήμερα στο Σύνταγμα
Το ισχύον άρθρο 103 αποτελεί τη “δικλείδα ασφαλείας” για τη μονιμότητα των υπαλλήλων που κατέχουν οργανικές θέσεις. Δεν μπορούν να απομακρυνθούν παρά μόνο με δικαστική απόφαση ή μετά από διαδικασία ενώπιον υπηρεσιακού συμβουλίου. Αυτός ο προστατευτικός μηχανισμός είναι ακριβώς που η κυβέρνηση επιδιώκει να αναθεωρηθεί, ώστε να γίνει εφικτό ένα ευέλικτο σύστημα διοίκησης που θα λειτουργεί περισσότερο βάσει στόχων και αποτελεσμάτων.
Πώς θα εξελιχθεί η διαδικασία της αναθεώρησης
Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια χρονοβόρα και πολυσταδιακή διαδικασία. Η παρούσα Βουλή λειτουργεί ως «προτείνουσα», ενώ η επόμενη θα είναι εκείνη που θα κληθεί να επικυρώσει ή να απορρίψει τις αλλαγές. Με δεδομένο ότι έχουν περάσει ήδη περισσότερα από πέντε χρόνια από την προηγούμενη αναθεώρηση του 2019, το χρονοδιάγραμμα επιτρέπει πλέον να ανοίξει επίσημα η συζήτηση.
Το φθινόπωρο του 2025 αναμένεται να ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο, όπου η κυβέρνηση θα παρουσιάσει στο Κοινοβούλιο τις διατάξεις που επιθυμεί να τροποποιηθούν. Στη συνέχεια το θέμα μεταφέρεται στην Επιτροπή Αναθεώρησης, η οποία θα συντάξει ένα πλήρες κείμενο προτάσεων. Το τελικό “πράσινο φως” θα δοθεί από την Ολομέλεια της Βουλής.
Η σημασία του αριθμού των ψήφων είναι κρίσιμη:
– Αν ένα άρθρο δεν συγκεντρώσει ούτε 151 ψήφους, παύει να εξετάζεται στην επόμενη Βουλή.
– Αν λάβει 151–180 ψήφους, τότε στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή απαιτούνται τουλάχιστον 180 για να εγκριθεί.
– Αν συγκεντρώσει άνω των 180 ψήφων από τώρα, τότε στο επόμενο κοινοβούλιο θα αρκούν 151.
Με απλά λόγια, η στάση της σημερινής Βουλής καθορίζει πόσο δύσκολο θα είναι να περάσουν οι αλλαγές στην επόμενη.
Τι μπορεί να σημαίνει για τον μέσο υπάλληλο
Αν η αναθεώρηση προχωρήσει, το τοπίο του Δημοσίου θα αλλάξει ριζικά. Πρώτον, η εργασιακή ασφάλεια, όπως τη γνωρίζουμε, θα πάψει να είναι δεδομένη. Δεύτερον, η αξιολόγηση θα αποκτήσει βαρύτητα ίσως μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη εποχή στη μεταπολίτευση. Τρίτον, το Δημόσιο θα μετακινηθεί –τουλάχιστον σε επίπεδο λογικής– πιο κοντά στα μοντέλα του ιδιωτικού τομέα, όπου η σταθερή παραμονή σε μια θέση προϋποθέτει συνεχή απόδοση.
Τι φέρνει η επόμενη μέρα
Αν τελικά αυτό το εγχείρημα προχωρήσει, θα αποτελέσει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις της μεταπολίτευσης. Οι υποστηρικτές της κατάργησης της μονιμότητας υποστηρίζουν ότι το Δημόσιο πρέπει επιτέλους να ξεφύγει από την ακινησία και την αναποτελεσματικότητα. Οι αντίπαλοι φοβούνται ότι θα ανοίξει η πόρτα για πελατειακές πρακτικές, αυθαιρεσίες και εργασιακή ανασφάλεια.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση δεν πρόκειται να κοπάσει. Αντίθετα, όσο προχωρά η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, το θέμα θα μονοπωλεί τον δημόσιο διάλογο – και ίσως αλλάξει οριστικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ελληνικό Δημόσιο.


