“Σπίτι μου 2”: Αλλάζουν όλα στα εισοδηματικά όρια – Τι σημαίνει για όσους θέλουν δάνειο και τι φέρνει το “Σπίτι μου 3”

Η κυβέρνηση προχώρησε σε σημαντικές τροποποιήσεις των εισοδηματικών κριτηρίων για το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», αλλάζοντας τα δεδομένα για χιλιάδες νέους που σχεδιάζουν να αγοράσουν κατοικία με επιδοτούμενο δάνειο. Με τις νέες ρυθμίσεις διευρύνεται ο κύκλος των δικαιούχων, δίνοντας «ανάσα» σε όσους έως τώρα έμεναν εκτός λόγω οριακής υπέρβασης εισοδημάτων.

Οι μεγαλύτερες αλλαγές αφορούν τα εισοδηματικά όρια. Για έναν άγαμο το μέγιστο όριο ανεβαίνει στα 25.000 ευρώ, έναντι 20.000 ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, για έγγαμους και ζευγάρια που επιθυμούν να αποκτήσουν κοινή κατοικία, το όριο αυξάνεται στις 35.000 ευρώ από 28.000 ευρώ. Παράλληλα, αναπροσαρμόζεται και η προσαύξηση ανά παιδί: από τα 4.000 ευρώ που προβλεπόταν προηγουμένως, πλέον η αύξηση φτάνει στα 5.000 ευρώ για κάθε τέκνο.

Σημαντικές όμως αλλαγές υπάρχουν και για τις μονογονεϊκές οικογένειες, όπου το εισοδηματικό ταβάνι ανεβαίνει αισθητά, από τις 31.000 στις 39.000 ευρώ. Για αυτές τις περιπτώσεις, προστίθενται επίσης 5.000 ευρώ για κάθε παιδί πέραν του πρώτου, δίνοντας μια επιπλέον διευκόλυνση σε νοικοκυριά που συχνά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες οικονομικές πιέσεις.

Εκτός από τα οικονομικά όρια, επεκτείνεται και το χρονικό περιθώριο συμμετοχής στο πρόγραμμα. Μέχρι σήμερα, οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες υπαγωγής έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Με την αλλαγή, το περιθώριο παρατείνεται έως τις 31 Μαΐου 2026. Αντίστοιχα, η τελική ημερομηνία για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης μεταφέρεται από τις 30 Ιουνίου στις 31 Οκτωβρίου 2026, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος μέχρι την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Οι τροποποιήσεις αυτές κρίθηκαν απαραίτητες, καθώς, παρά τις αρχικές υψηλές προσδοκίες και τη μεγάλη ζήτηση που σημειώθηκε στις αρχές του 2025, το πρόγραμμα δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα. Το μεγαλύτερο «αγκάθι» υπήρξε η εκτίναξη των τιμών στα ακίνητα που πληρούσαν τα κριτήρια του «Σπίτι μου 2». Σε πολλές περιπτώσεις, η συμφωνία πωλητή και αγοραστή κινείτο σε ποσά αρκετά υψηλότερα από όσα αποτιμούσαν οι τράπεζες. Αυτή η απόκλιση άφηνε τους υποψήφιους δικαιούχους εκτεθειμένους, καθώς καλούνταν να καλύψουν με δικά τους χρήματα τη διαφορά ανάμεσα στην τραπεζική εκτίμηση και στο πραγματικό τίμημα.

Αποτέλεσμα; Πολλοί νέοι αγοραστές αποθαρρύνθηκαν εντελώς, ενώ άλλοι δεν κατάφεραν ποτέ να ολοκληρώσουν τη διαδικασία αγοράς. Παρότι το πρόγραμμα είχε αρχικά εξασφαλίσει προεγκρίσεις για περισσότερους από 30.000 ενδιαφερόμενους, τελικά ελάχιστοι κατέληξαν να βρίσκουν πραγματικά επιλέξιμο ακίνητο που να ταιριάζει τόσο στα οικονομικά τους δεδομένα όσο και στις τραπεζικές απαιτήσεις.

Από τον συνολικό προϋπολογισμό των 2 δισ. ευρώ που είχε διατεθεί, μέχρι το τέλος Ιουλίου είχαν εγκριθεί μόνο 9.151 δάνεια, συνολικού ύψους 1,1 δισ. ευρώ. Ακόμη πιο χαμηλά κινούνται οι εκταμιεύσεις, οι οποίες δεν ξεπερνούν τα 277,4 εκατ. ευρώ – μόλις το 14% του συνολικού διαθέσιμου ποσού. Με άλλα λόγια, σχεδόν η μισή χρηματοδότηση παραμένει «παγωμένη», αποδεικνύοντας ότι τα εμπόδια του προγράμματος δεν ήταν απλώς διαδικαστικά, αλλά ουσιαστικά δομικά.

Ο συνδυασμός έλλειψης προσφοράς, υψηλών τιμών και χρονοβόρων τραπεζικών διαδικασιών ανέδειξε την ανάγκη για μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική πολιτική στέγασης. Έτσι, στο προσκήνιο βρίσκεται πλέον το «Σπίτι μου 3», το οποίο αναμένεται να αποτελέσει την επόμενη φάση στεγαστικής ενίσχυσης για τη μεσαία τάξη.

Το επόμενο πρόγραμμα αναμένεται να διαφοροποιηθεί από τα προηγούμενα, με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλαγές να αφορά την παλαιότητα των κατοικιών. Στόχος είναι να μειωθούν οι στρεβλώσεις που δημιουργήθηκαν από τα αυστηρά όρια και να ενταχθούν περισσότερα ακίνητα στη δεξαμενή επιλογών των υποψήφιων αγοραστών. Παράλληλα, εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο αύξησης των εισοδηματικών ορίων, ώστε να καλυφθούν περισσότερα νέα ζευγάρια – ιδιαίτερα εκείνα που ανήκουν στην «συμπιεσμένη» μεσαία τάξη που πλήττεται από το αυξημένο κόστος ζωής και τα συνεχή ανοδικά ράλι στις τιμές αγοράς ακινήτων.

Η πραγματικότητα δείχνει ότι, παρά τη μεγάλη ζήτηση για ιδιόκτητη κατοικία, οι υποψήφιοι αγοραστές βρίσκονται αντιμέτωποι με περιορισμένες επιλογές και συχνά με δυσβάσταχτες οικονομικές απαιτήσεις. Η επόμενη έκδοση του προγράμματος φιλοδοξεί να θεραπεύσει αυτές τις αδυναμίες, απλοποιώντας τις διαδικασίες και διευρύνοντας την πρόσβαση.

Με τις αλλαγές στο «Σπίτι μου 2» και τον σχεδιασμό του «Σπίτι μου 3», γίνεται σαφές ότι η στεγαστική πολιτική βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η παροχή δανεισμού με ευνοϊκούς όρους, αλλά η συνολική αντιμετώπιση μιας αγοράς που έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια. Αν οι νέες παρεμβάσεις αποδώσουν, τότε ίσως το όνειρο της κατοικίας γίνει ξανά πιο προσιτό για χιλιάδες νέους.