Σοκ για τα νοικοκυριά: Η μεγάλη επιστροφή των έμμεσων φόρων – Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Παρά τις προσπάθειες των τελευταίων ετών να μειωθεί το βάρος της έμμεσης φορολογίας, το φαινόμενο φαίνεται πως όχι μόνο επιμένει αλλά επιστρέφει δριμύτερο. Μετά την πτώση του ποσοστού των φορολογικών εσόδων που προέρχονται από έμμεσους φόρους — από το 67% το 2019 στο 60,1% το 2024 — η τάση αναστρέφεται ξανά. Το αποτέλεσμα; Το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να στηρίζεται πρωτίστως σε φόρους που χρεώνονται στην κατανάλωση και επηρεάζουν δυσανάλογα εκείνους με το χαμηλότερο εισόδημα.

Η «αόρατη» φορολογία που πληρώνουμε κάθε μέρα

Οι έμμεσοι φόροι, όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, αποτελούν εδώ και χρόνια τον σταθερό κορμό των εσόδων του Δημοσίου. Στον προϋπολογισμό του 2026 μάλιστα, προβλέπεται πως το 62,3% των συνολικών φορολογικών εισπράξεων θα προέρχεται από αυτού του τύπου τις επιβαρύνσεις. Πρόκειται για ένα μοντέλο που, αν και σταθερό και προβλέψιμο για το κράτος, έχει έντονα κοινωνικά αποτυπώματα, αφού οι έμμεσοι φόροι δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε εύπορους και λιγότερο εύπορους πολίτες.

Καθώς οι τιμές στα προϊόντα και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να ανεβαίνουν, τα νοικοκυριά αισθάνονται καθημερινά τη συμπίεση του πραγματικού τους εισοδήματος. Για το κράτος, όμως, αυτή η άνοδος μεταφράζεται σε αυξημένα έσοδα. Η ακρίβεια «φουσκώνει» τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ, ενώ ο ιδιαίτερα υψηλός τουρισμός και η ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών λειτουργούν πολλαπλασιαστικά.

Η οικονομία τρέχει – και ο ΦΠΑ τρέχει ακόμη πιο γρήγορα

Για το 2026, οι έμμεσοι φόροι εκτιμάται ότι θα αποφέρουν πάνω από 40,8 δισ. ευρώ. Από αυτά, σχεδόν 29,23 δισ. αντιστοιχούν μόνο στον ΦΠΑ — δηλαδή σχεδόν τα μισά από όλα τα φορολογικά έσοδα της χώρας.

Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, που επιβαρύνουν καύσιμα, αλκοόλ, καπνικά αλλά και πληθώρα άλλων προϊόντων, αναμένεται να φτάσουν τα 7,46 δισ. ευρώ. Το σύνολο των φορολογικών εσόδων του 2026 προβλέπεται να αγγίξει τα 73,6 δισ. ευρώ, ενισχυμένο κυρίως λόγω ανάπτυξης και πληθωρισμού.

Όμως πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: όσο αυξάνεται η κατανάλωση και οι τιμές, τόσο ανεβαίνουν και οι φόροι που πληρώνουμε χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε.

Τι δείχνουν οι αριθμοί για τον φόρο εισοδήματος

Στον αντίποδα της έμμεσης φορολογίας, ο φόρος εισοδήματος αποφέρει για το 2026 περίπου 26,76 δισ. ευρώ. Αν και η νέα φορολογική κλίμακα μειώνει την επιβάρυνση για αρκετά φυσικά πρόσωπα, η αύξηση των μισθών και των συντάξεων εξισορροπεί μέρος της απώλειας. Εντυπωσιακή είναι η άνοδος στα έσοδα από τα νομικά πρόσωπα, τα οποία αναμένεται να φτάσουν τα 8,58 δισ. ευρώ, ως αντανάκλαση των υψηλότερων εταιρικών κερδών τα τελευταία χρόνια.

Στους φόρους ακίνητης περιουσίας, η εικόνα είναι πιο ήπια. Τα έσοδα προβλέπεται να μειωθούν στα 2,33 δισ. ευρώ, καθώς εφαρμόζεται η μείωση 50% στον ΕΝΦΙΑ για μικρούς οικισμούς, ενόψει της πλήρους κατάργησης του φόρου το 2027.

Το 2025 κλείνει με υπέρβαση στόχων

Η χρονιά που διανύουμε επιβεβαιώνει ότι οι έμμεσοι φόροι παραμένουν το «βαρύ πυροβολικό» του Δημοσίου. Τα φορολογικά έσοδα του 2025 φτάνουν τα 71,15 δισ. ευρώ, σχεδόν 2 δισ. πάνω από τον αρχικό στόχο. Η μερίδα του λέοντος της υπέρβασης αυτής προέρχεται από τον ΦΠΑ, με πρόσθετα έσοδα περίπου 952 εκατ. ευρώ.

Καθοριστικό ρόλο έχει παίξει και η αγορά εργασίας: η άνοδος στις αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας αύξησε τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 645 εκατ. ευρώ, ενώ ο τουρισμός συνέχισε να «ρίχνει καύσιμο» στα έσοδα μέσω της ισχυρής κατανάλωσης.

Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει;

Η εξάρτηση από την έμμεση φορολογία έχει ένα σημαντικό κοινωνικό τίμημα. Επειδή οι φόροι αυτοί επιβάλλονται οριζόντια, πλήττουν περισσότερο όσους έχουν μικρότερα εισοδήματα, για τους οποίους οι βασικές ανάγκες αποτελούν μεγαλύτερο μέρος των συνολικών δαπανών τους. Έτσι, ενώ οι αυξημένες εισπράξεις δίνουν στο κράτος το περιθώριο να χρηματοδοτεί κοινωνικές πολιτικές ή να μειώνει άλλους φόρους, η καθημερινότητα των πολιτών δεν «ανασαίνει» με τον ίδιο ρυθμό.

Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στις ηλεκτρονικές συναλλαγές για να αντισταθμίσει αυτή την ανισορροπία. Ωστόσο, όσο ο ΦΠΑ παραμένει ο βασικός τροφοδότης των δημόσιων ταμείων, το φορολογικό σύστημα δύσκολα θα αποκτήσει πιο προοδευτικό χαρακτήρα.

Και τώρα τι;

Η συζήτηση για τη φορολογία στην Ελλάδα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Αγγίζει την καθημερινότητα, το επίπεδο ζωής, την αγοραστική δύναμη και τελικά την αίσθηση δικαιοσύνης στο σύστημα. Με τα έσοδα από έμμεσους φόρους να ενισχύονται εκ νέου, ο δημόσιος διάλογος για ένα πιο δίκαιο φορολογικό μοντέλο επιστρέφει στο προσκήνιο — και η επόμενη διετία θα δείξει αν η τάση αυτή θα αλλάξει ή θα παγιωθεί.