Μια από τις σημαντικότερες ανατροπές στο ασφαλιστικό των δημοσίων υπαλλήλων ενεργοποιείται με την έλευση του νέου έτους, φέρνοντας ριζική αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ. Η παροχή, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν από τους πιο σταθερούς πυλώνες της δημόσιας ασφάλισης, υφίσταται πλέον ένα «λίφτινγκ» που μεταβάλλει οριστικά τον χαρακτήρα και τη φιλοσοφία της. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την καθιέρωση ενός μόνιμου πλέον διπλού συστήματος: ένα υβριδικό μοντέλο στο οποίο συνυπάρχουν ο παλαιός και ο νέος τρόπος υπολογισμού, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης πριν και μετά το 2014.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι μια απλή τεχνική προσαρμογή, αλλά μια θεμελιώδης στροφή στο πώς ορίζεται η ανταποδοτικότητα των εισφορών. Στην πραγματικότητα, μπαίνει τέλος σε μια εποχή όπου το εφάπαξ βασιζόταν σε μισθολογικά δεδομένα προ κρίσης, τα οποία—όπως παραδέχονται πολλοί ειδικοί—οδηγούσαν σε ποσά ενίοτε δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με τις πραγματικές εισφορές. Με το νέο σχήμα, αυτό που καθορίζει το τελικό ποσό δεν είναι πια μια ενιαία φόρμουλα, αλλά δύο παράλληλοι μηχανισμοί που ακολουθούν εντελώς διαφορετική λογική.
Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, είναι ποιοι θα δουν ουσιαστική επίπτωση στο τελικό ποσό που δικαιούνται. Οι αναλυτές συμφωνούν: επηρεάζονται κυρίως οι δημόσιοι υπάλληλοι των οποίων ο κύριος όγκος των ασφαλιστικών τους χρόνων έχει συμπληρωθεί μετά το 2014. Για όσους έχουν εργαστεί για πολλά χρόνια πριν την καθοριστική αυτή χρονιά, η εικόνα είναι σαφώς πιο ευνοϊκή, καθώς επωφελούνται από το παλιό, πιο «γενναιόδωρο» σύστημα.
Για να γίνει αντιληπτή η έκταση της αλλαγής, χρειάζεται να ξεκαθαριστεί πώς λειτουργούσε το καθεστώς μέχρι τώρα. Μέχρι και το 2013, το εφάπαξ υπολογιζόταν με βάση τα συνολικά χρόνια ασφάλισης και τον μέσο όρο των αποδοχών της περιόδου από το 2009 έως το 2013. Αυτή η μέθοδος είχε τη φήμη ιδιαίτερα προνομιακής, αφού στηριζόταν σε μισθούς που είχαν οριστεί πριν από την οικονομική ύφεση, όταν οι αποδοχές στο Δημόσιο κυμαίνονταν σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα επόμενα χρόνια λιτότητας.
Όμως από το 2014 και μετά, η φιλοσοφία αλλάζει πλήρως. Οι εισφορές πλέον καταγράφονται σε ατομικούς λογαριασμούς, με αποτέλεσμα το ύψος της παροχής να συνδέεται αποκλειστικά με τα πραγματικά ποσά που έχουν καταβληθεί. Η αρχή της ατομικής ανταποδοτικότητας αντικαθιστά έτσι το προηγούμενο μοντέλο συλλογικού υπολογισμού. Με λίγα λόγια, το κράτος περνά από ένα σύστημα στο οποίο οι παλαιότεροι μισθοί μπορούσαν να αυξήσουν τεχνητά το εφάπαξ σε ένα νέο πλαίσιο όπου κάθε ασφαλισμένος λαμβάνει αυτό που έχει πληρώσει.
Η νέα χρονιά φέρνει την πλήρη εφαρμογή του συνδυαστικού μοντέλου. Στην πράξη, το εφάπαξ θα προκύπτει από δύο μέρη. Το πρώτο αφορά τα έτη ασφάλισης έως το 2013, τα οποία εξακολουθούν να υπολογίζονται με το ευνοϊκότερο παλιό σύστημα. Το δεύτερο προκύπτει από τις εισφορές της περιόδου μετά το 2014, με τις οποίες ενεργοποιείται ο μηχανισμός της ατομικής ανταποδοτικότητας. Το τελικό ποσό είναι, συνεπώς, άμεσα συνδεδεμένο με το ποια περίοδο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της υπηρεσίας του υπαλλήλου.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ξεκάθαρο: όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των ετών πριν το 2013, τόσο πιο υψηλό αναμένεται να είναι το εφάπαξ. Αντίστοιχα, όσο περισσότερα χρόνια εργασίας συγκεντρώνονται μετά το 2014, τόσο μειώνεται το ποσό, αφού υπολογίζεται αυστηρά επί των πραγματικών εισφορών.
Το παραπάνω αποτυπώνεται εύγλωττα στα διαθέσιμα παραδείγματα. Ένας δημόσιος υπάλληλος που αποχωρεί το 2025 με συνολική υπηρεσία 35 ετών υπολογίζεται ότι θα λάβει περίπου 25.069 ευρώ. Την ίδια στιγμή, ένας εργαζόμενος με παρόμοια υπηρεσία που είχε αποχωρήσει το 2018 εισέπραττε το εφάπαξ του σε ύψος περίπου 32.038 ευρώ. Η διαφορά, σχεδόν 7.000 ευρώ, αναδεικνύει με ενάργεια τη σταδιακή συρρίκνωση των ποσών για όσους έχουν πολύ μεγαλύτερο χρόνο ασφάλισης μετά το 2014.
Από την πλευρά του Υπουργείου, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση παρουσιάζεται ως κίνηση εξορθολογισμού, η οποία φέρνει το ελληνικό σύστημα πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η λογική είναι ότι ο υπολογισμός των παροχών πρέπει να αντανακλά τις εισφορές, χωρίς στρεβλώσεις από μισθολογικά δεδομένα που ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι το νέο μοντέλο καθιστά το σύστημα πιο δίκαιο για όλους και αποτρέπει μελλοντικές δημοσιονομικές πιέσεις.
Παρότι η συζήτηση θα συνεχιστεί το επόμενο διάστημα, ένα είναι βέβαιο: η εποχή του «παλιού» εφάπαξ τελειώνει οριστικά. Για τους σημερινούς και μελλοντικούς συνταξιούχους του Δημοσίου, η νέα πραγματικότητα απαιτεί προσεκτικότερη ενημέρωση και σαφή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται πλέον η παροχή που μέχρι σήμερα θεωρούσαν δεδομένη. Το ασφαλιστικό τοπίο αλλάζει και το εφάπαξ βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των ανατροπών.


