Μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εξέλιξη φέρνει στο προσκήνιο νέα γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), η οποία ανατρέπει όσα μέχρι σήμερα θεωρούνταν δεδομένα για χιλιάδες συνταξιούχους που συνέχισαν ή επέλεξαν να εργαστούν μετά τη συνταξιοδότησή τους. Η γνωμοδότηση ανοίγει έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, καθώς ξεκαθαρίζει ότι ο χρόνος εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση δεν λογίζεται αυτομάτως ως συντάξιμος, ακόμη και αν καταβάλλονται εισφορές.
Μέχρι πρότινος, πολλοί συνταξιούχοι θεωρούσαν ότι, παρά τη μείωση ή τον περιορισμό της σύνταξής τους, η απασχόληση στον δημόσιο τομέα μπορούσε να τους προσφέρει επιπλέον ασφαλιστικό χρόνο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νέα ερμηνεία του ΝΣΚ, αυτό δεν ισχύει. Η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση, όταν συνοδεύεται από παράλληλη λήψη σύνταξης, δεν δημιουργεί δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου ως συντάξιμου.
Τι αλλάζει στην πράξη
Η γνωμοδότηση ορίζει με σαφήνεια ότι οι συνταξιούχοι που εργάζονται –ιδίως στον δημόσιο τομέα– και λαμβάνουν ταυτόχρονα μισθό και σύνταξη ή μέρος αυτής, δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τον χρόνο απασχόλησής τους για μελλοντική προσαύξηση της σύνταξης. Με απλά λόγια, τα χρόνια εργασίας «χάνονται» από ασφαλιστική άποψη, εκτός αν ο συνταξιούχος προβεί σε δραστικές επιλογές.
Για να προσμετρηθεί ο χρόνος εργασίας ως συντάξιμος, ο ενδιαφερόμενος καλείται είτε να αναστείλει πλήρως την καταβολή της σύνταξής του όσο εργάζεται, είτε –ακόμη πιο επώδυνα– να επιστρέψει τα ποσά σύνταξης που έλαβε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για ένα δίλημμα με σοβαρές οικονομικές συνέπειες, το οποίο δεν είχαν προβλέψει ή αντιληφθεί εγκαίρως πολλοί ασφαλισμένοι.
Η ευθύνη περνά αποκλειστικά στον συνταξιούχο
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και το γεγονός ότι, βάσει της γνωμοδότησης, δεν αναγνωρίζεται καμία ευθύνη στον ασφαλιστικό φορέα για πιθανή έλλειψη ενημέρωσης. Το ΝΣΚ επισημαίνει ότι δεν υπάρχει νομική υποχρέωση των υπηρεσιών να ενημερώνουν αυτεπαγγέλτως τους ασφαλισμένους για το ισχύον συνταξιοδοτικό πλαίσιο κατά τη στιγμή της αποχώρησής τους από την εργασία.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν ο συνταξιούχος δεν γνώριζε τις συνέπειες της επιλογής του να εργαστεί μετά τη συνταξιοδότηση, αυτό δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης. Η ενημέρωση για τους όρους αναγνώρισης συντάξιμου χρόνου θεωρείται αποκλειστικά προσωπική ευθύνη του ίδιου του πολίτη, εκτός αν έχει προηγηθεί συγκεκριμένο γραπτό αίτημα προς τον ασφαλιστικό οργανισμό.
Οι επιλογές – και τα διλήμματα
Το ΝΣΚ ξεκαθαρίζει ότι ο συνταξιούχος είχε –θεωρητικά– εναλλακτικές. Θα μπορούσε να επιλέξει την ταυτόχρονη λήψη μισθού και σύνταξης, γνωρίζοντας όμως ότι ο χρόνος δεν θα αναγνωριστεί. Θα μπορούσε να αναστείλει τη σύνταξη για όσο διάστημα εργάζεται, διασφαλίζοντας έτσι τον συντάξιμο χαρακτήρα της απασχόλησης. Τέλος, θα μπορούσε εκ των υστέρων να επιστρέψει τις συντάξεις που εισέπραξε, προκειμένου να «σώσει» τον ασφαλιστικό χρόνο.
Στην πράξη, όμως, πολλοί συνταξιούχοι δεν είχαν πλήρη εικόνα αυτών των επιλογών, με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρά οικονομικά αδιέξοδα.
Αντιδράσεις και πολιτική πίεση
Έντονες είναι ήδη οι αντιδράσεις από νομικούς και εκπροσώπους των συνταξιούχων. Ο εργατολόγος και πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ, Αλέξης Μητρόπουλος, κάνει λόγο για «μεγάλη ανατροπή» σε σχέση με όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα και προειδοποιεί ότι η εφαρμογή της γνωμοδότησης μπορεί να οδηγήσει χιλιάδες συνταξιούχους είτε στην επιστροφή σημαντικών ποσών είτε στην αναγκαστική διακοπή της εργασίας τους.
Παράλληλα, ασκείται πίεση προς την κυβέρνηση να παρέμβει νομοθετικά, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο και να αποφευχθούν μαζικές οικονομικές επιβαρύνσεις. Το ζήτημα θεωρείται κοινωνικά κρίσιμο, καθώς αφορά ανθρώπους που επέλεξαν να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας, συχνά για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής.
Ένα θέμα που μόλις άνοιξε
Η γνωμοδότηση του ΝΣΚ δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική νομική ερμηνεία, αλλά ένα σημείο καμπής για το καθεστώς των εργαζόμενων συνταξιούχων. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν θα υπάρξει πολιτική πρωτοβουλία για αλλαγή του πλαισίου ή αν οι συνταξιούχοι θα κληθούν να επωμιστούν πλήρως το βάρος των νέων δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, η «βόμβα» έχει ήδη σκάσει και οι επιπτώσεις της μόλις αρχίζουν να γίνονται αισθητές.


