«Ζούσαν μαζί για χρόνια – αλλά δεν κληρονόμησε τίποτα»: Η μεγάλη παγίδα που αγνοούν χιλιάδες ζευγάρια στην Ελλάδα

Η επιλογή του τρόπου συμβίωσης ενός ζευγαριού δεν είναι μόνο προσωπική ή συναισθηματική υπόθεση. Στην ελληνική έννομη τάξη έχει άμεσες και σοβαρές συνέπειες, ιδίως όταν τίθεται το ζήτημα της κληρονομιάς. Παρά το γεγονός ότι πολλοί θεωρούν πως η πολυετής κοινή ζωή δημιουργεί αυτομάτως δικαιώματα, ο νόμος είναι σαφής: δεν αντιμετωπίζονται όλες οι μορφές σχέσης με τον ίδιο τρόπο. Και αυτή η διαφορά συχνά αποκαλύπτεται με τον πιο σκληρό τρόπο, μετά από έναν θάνατο.

Στην Ελλάδα, τα κληρονομικά δικαιώματα του επιζώντος συντρόφου εξαρτώνται αποκλειστικά από το αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης. Η απλή ελεύθερη συμβίωση, όσο μακροχρόνια κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει δικαίωμα στην κληρονομιά. Πρόκειται για ένα σημείο που παρερμηνεύεται συχνά και δημιουργεί ψευδείς προσδοκίες, με αποτέλεσμα σοβαρές νομικές και οικονομικές απώλειες.

Γιατί το σύμφωνο συμβίωσης κάνει όλη τη διαφορά

Το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί σήμερα τον μοναδικό θεσμό –εκτός του γάμου– που αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα ως βάση κληρονομικών δικαιωμάτων. Μετά τις σχετικές νομοθετικές αλλαγές των τελευταίων ετών, το σύμφωνο έχει σχεδόν πλήρως εξομοιωθεί με τον γάμο ως προς την εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον το σύμφωνο βρίσκεται σε ισχύ κατά τον χρόνο του θανάτου, ο επιζών σύντροφος θεωρείται νόμιμος κληρονόμος. Δικαιούται τόσο μερίδιο από την κληρονομιά όσο και τη λεγόμενη «νόμιμη μοίρα», δηλαδή το τμήμα της περιουσίας που δεν μπορεί να του αφαιρεθεί ακόμη και με διαθήκη.

Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν είναι άνευ όρων. Αν το σύμφωνο έχει λυθεί, ακυρωθεί ή καταργηθεί πριν από τον θάνατο, τα κληρονομικά δικαιώματα παύουν αυτομάτως να υφίστανται. Ο νόμος δεν λαμβάνει υπόψη το αν οι σύντροφοι συνέχιζαν να ζουν μαζί ή διατηρούσαν προσωπική σχέση.

Τι αλλάζει όταν υπάρχουν παιδιά

Η ύπαρξη τέκνων επηρεάζει άμεσα το ποσοστό της κληρονομιάς που αναλογεί στον επιζώντα σύντροφο ή σύζυγο. Όταν υπάρχουν παιδιά, η περιουσία μοιράζεται μεταξύ αυτών και του επιζώντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Το μερίδιο του συντρόφου είναι μικρότερο σε σύγκριση με την περίπτωση που δεν υπάρχουν απόγονοι, αλλά εξακολουθεί να είναι κατοχυρωμένο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η έννοια της νόμιμης μοίρας. Ο θεσμός αυτός λειτουργεί ως «δίχτυ ασφαλείας», αποτρέποντας τον πλήρη αποκλεισμό του επιζώντος από τη διαθήκη, εφόσον ανήκει στους αναγκαστικούς κληρονόμους. Χωρίς γάμο ή σύμφωνο, όμως, αυτή η προστασία απουσιάζει πλήρως.

Η σκληρή αλήθεια για την ελεύθερη συμβίωση

Για τα ζευγάρια που ζουν μαζί χωρίς καμία νομική πράξη, ο νόμος είναι απολύτως ξεκάθαρος – και αμείλικτος. Ο επιζών σύντροφος:

  • δεν κληρονομεί τίποτα εξ αδιαθέτου,

  • δεν έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας,

  • δεν προστατεύεται απέναντι σε συγγενείς του θανόντος.

Η μοναδική δυνατότητα απόκτησης περιουσιακών στοιχείων σε αυτή την περίπτωση είναι η ύπαρξη διαθήκης. Ακόμη κι έτσι, η διαθήκη δεν μπορεί να παραβιάσει τα δικαιώματα των αναγκαστικών κληρονόμων, όπως τα παιδιά ή ο νόμιμος σύζυγος, εφόσον υπάρχουν. Συνεπώς, ο σύντροφος ελεύθερης συμβίωσης παραμένει πάντοτε σε πιο ευάλωτη θέση.

Πότε «σβήνουν» τα κληρονομικά δικαιώματα

Ακόμη και σε σχέσεις με νομική κατοχύρωση, τα δικαιώματα δεν είναι δεδομένα για πάντα. Χάνονται αυτοδικαίως σε περιπτώσεις διαζυγίου, λύσης ή ακύρωσης συμφώνου συμβίωσης. Επιπλέον, ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένους λόγους αποκλεισμού από την κληρονομιά, όπως σοβαρά παραπτώματα εις βάρος του θανόντος.

Τι συνιστούν οι ειδικοί

Νομικοί και συμβολαιογράφοι επισημαίνουν ότι τα ζευγάρια που επιλέγουν να ζουν χωρίς γάμο οφείλουν να προγραμματίσουν εγκαίρως τη νομική τους προστασία. Η σύναψη συμφώνου συμβίωσης ή η κατάρτιση σαφούς διαθήκης δεν είναι θέμα δυσπιστίας, αλλά πρόνοιας. Σε διαφορετική περίπτωση, η απώλεια ενός ανθρώπου μπορεί να συνοδευτεί από την απώλεια σπιτιού, περιουσίας και οικονομικής ασφάλειας.

Στην πράξη, ο νόμος δεν αναγνωρίζει τις «σιωπηλές» δεσμεύσεις. Αναγνωρίζει μόνο ό,τι έχει νομικά κατοχυρωθεί. Και αυτό είναι ένα μάθημα που πολλοί μαθαίνουν, δυστυχώς, πολύ αργά.