Μια νέα γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έρχεται να ανατρέψει παγιωμένες αντιλήψεις χιλιάδων εργαζόμενων συνταξιούχων στο Δημόσιο. Η υπ’ αριθμ. 80/2025 γνωμοδότηση ξεκαθαρίζει με αυστηρό τρόπο τι ισχύει για όσους συνέχισαν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους, βάζοντας τέλος σε προσδοκίες για μελλοντικές αυξήσεις σύνταξης λόγω επιπλέον ετών απασχόλησης.
Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση δεν οδηγεί αυτόματα σε προσαύξηση σύνταξης. Και σε αρκετές περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει ακόμη και σοβαρούς κινδύνους.
Η μεγάλη παρεξήγηση: αυξάνεται η σύνταξη από την εργασία;
Για πολλούς συνταξιούχους που επέστρεψαν ή παρέμειναν στην εργασία τους, υπήρχε η πεποίθηση ότι τα επιπλέον χρόνια απασχόλησης θα υπολογιστούν αργότερα ως συντάξιμος χρόνος. Η γνωμοδότηση, όμως, διαλύει αυτή την αντίληψη.
Σύμφωνα με το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όταν ένας συνταξιούχος εργάζεται στο Δημόσιο και συνεχίζει να λαμβάνει κανονικά τη σύνταξή του, ο χρόνος αυτός δεν προσμετράται για νέα ή αυξημένη σύνταξη. Δεν δημιουργείται κανένα νέο συνταξιοδοτικό δικαίωμα και δεν θεμελιώνεται προσαύξηση, ανεξαρτήτως διάρκειας εργασίας.
Με απλά λόγια: μισθός και σύνταξη μαζί δεν “χτίζουν” μεγαλύτερη σύνταξη για το μέλλον.
Πότε μπορεί να μετρήσει ο χρόνος εργασίας;
Υπάρχουν, ωστόσο, συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Ο χρόνος απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να αναγνωριστεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Η πρώτη περίπτωση είναι η αναστολή καταβολής της σύνταξης για όσο διάστημα ο συνταξιούχος εργάζεται. Δηλαδή, ο ασφαλισμένος επιλέγει να μη λαμβάνει σύνταξη κατά την περίοδο απασχόλησης, ώστε ο χρόνος αυτός να θεωρηθεί συντάξιμος.
Η δεύτερη δυνατότητα είναι η επιστροφή των ποσών σύνταξης που καταβλήθηκαν κατά το διάστημα εργασίας. Μόνο τότε μπορεί να εξεταστεί η αναγνώριση του χρόνου ως ασφαλιστικού.
Χωρίς μία από αυτές τις δύο προϋποθέσεις, η εργασία δεν αποφέρει κανένα συνταξιοδοτικό όφελος, ανεξάρτητα από εισφορές ή διάρκεια.
Ποιοι βρίσκονται στο επίκεντρο της γνωμοδότησης
Η απόφαση αφορά κυρίως τρεις κατηγορίες πολιτών. Πρώτον, συνταξιούχους που απασχολούνται σε φορείς του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Δεύτερον, εργαζόμενους συνταξιούχους που υπάγονται στον e-ΕΦΚΑ. Και τρίτον —ίσως τη μεγαλύτερη ομάδα— όσους πίστευαν ότι εργάζονται σήμερα για να εξασφαλίσουν υψηλότερη σύνταξη αύριο.
Για όλους αυτούς, η γνωμοδότηση λειτουργεί ως ξεκάθαρη προειδοποίηση: οι προσδοκίες αυτές δεν έχουν νομική βάση.
Τι σημαίνει πρακτικά για τον εργαζόμενο συνταξιούχο
Οι συνέπειες είναι απολύτως συγκεκριμένες. Δεν προκύπτει νέο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, δεν επανυπολογίζεται η σύνταξη και δεν αυξάνεται το ποσό της λόγω πρόσθετων ετών εργασίας. Ο χρόνος απασχόλησης απλώς δεν λαμβάνεται υπόψη, εφόσον η σύνταξη καταβάλλεται κανονικά.
Με τη γνωμοδότηση αυτή, κλείνει οριστικά το «παράθυρο» της ταυτόχρονης λήψης μισθού και σύνταξης με στόχο μελλοντικό όφελος. Το κράτος ξεκαθαρίζει ότι το μοντέλο αυτό δεν παράγει ασφαλιστικά δικαιώματα.
Υπάρχει κίνδυνος να ζητηθούν πίσω χρήματα;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία. Ναι, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει σοβαρός κίνδυνος. Αν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, μπορεί να ζητηθεί επιστροφή ποσών σύνταξης που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως.
Εναλλακτικά, ενδέχεται να τεθεί ζήτημα διακοπής της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση. Το ενδεχόμενο αυτό προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς αφορά ανθρώπους που εργάστηκαν θεωρώντας ότι κινούνται εντός νόμου.
Οι αντιδράσεις και τα αιτήματα προς την κυβέρνηση
Ήδη, συνδικαλιστικοί και επιστημονικοί φορείς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Η ΕΝΥΠΕΚΚ, με τον πρόεδρό της καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλο, ζητά άμεση νομοθετική παρέμβαση. Το αίτημα είναι ξεκάθαρο: να θεσπιστεί σαφές και δίκαιο πλαίσιο, ώστε να μην οδηγηθούν χιλιάδες εργαζόμενοι συνταξιούχοι σε οικονομικό και νομικό αδιέξοδο.
Τι πρέπει να κάνει τώρα όποιος εργάζεται μετά τη σύνταξη
Οι ειδικοί συνιστούν προσοχή και άμεσες ενέργειες. Κάθε εργαζόμενος συνταξιούχος θα πρέπει να ελέγξει αν έχει αναστείλει τη σύνταξή του, να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από τον φορέα απασχόλησης ή τον e-ΕΦΚΑ και να πάψει να θεωρεί δεδομένο ότι τα έτη εργασίας οδηγούν σε αύξηση σύνταξης.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς δεν αποκλείεται νομοθετική ρύθμιση. Μέχρι τότε, η άγνοια δεν προστατεύει — και η προσοχή είναι μονόδρομος.


