Τα περιστατικά ανήλικων που εντοπίζονται να οδηγούν αυτοκίνητα χωρίς άδεια ή χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις πληθαίνουν και, μοιραία, δημιουργούν σύγχυση και ανησυχία. Πολλοί θεωρούν ότι η οδήγηση πριν τα 18 είναι εξ ορισμού παράνομη. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Στην Ελλάδα, από τα τέλη του 2021, η νομοθεσία επιτρέπει σε 17χρονους και 17χρονες να οδηγούν νόμιμα αυτοκίνητο, υπό ένα αυστηρό και σαφώς καθορισμένο πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο τι επιτρέπεται, όσο το ότι ελάχιστοι γνωρίζουν τι ακριβώς ισχύει — και ποια λάθη μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα ακριβά.
Η δυνατότητα αυτή θεσπίστηκε με στόχο να εξοικειωθούν νωρίτερα οι νέοι οδηγοί με την πραγματική κυκλοφορία, αλλά με δικλείδες ασφαλείας που περιορίζουν τον κίνδυνο. Η λεγόμενη «προσωρινή άδεια οδήγησης κατηγορίας Β» δίνεται σε άτομα 17 ετών και ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους, οπότε και μπορεί να αντικατασταθεί από την κανονική άδεια. Δεν πρόκειται, όμως, για ελεύθερη οδήγηση χωρίς όρους.
Πρώτη και βασική προϋπόθεση είναι η εκπαίδευση. Ο ανήλικος οδηγός οφείλει να έχει ολοκληρώσει συγκεκριμένο αριθμό θεωρητικών και πρακτικών μαθημάτων σε σχολή οδηγών. Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι τυπική: σκοπός είναι ο νέος να έχει αποκτήσει επαρκείς γνώσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και βασική εμπειρία πίσω από το τιμόνι πριν βγει στον δρόμο.
Εξίσου σημαντική είναι η παρουσία συνοδού. Κάθε φορά που ο 17χρονος οδηγεί, στο όχημα πρέπει να βρίσκεται ενήλικος συνοδηγός που πληροί συγκεκριμένα κριτήρια: να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, να κατέχει άδεια οδήγησης κατηγορίας Β για τουλάχιστον πέντε χρόνια και να τη φέρει μαζί του. Ο συνοδός δεν είναι απλώς «παρών»· λειτουργεί ως εγγύηση ασφάλειας και καθοδήγησης.
Η οδήγηση, επίσης, δεν επιτρέπεται παντού. Ο ανήλικος οδηγός μπορεί να κινείται μόνο εντός της Περιφέρειας όπου κατοικεί. Στην περίπτωση της Αττικής, αυτό σημαίνει αποκλειστικά μέσα στα γεωγραφικά όρια της Περιφέρειας Αττικής. Η έξοδος εκτός αυτών των ορίων συνιστά παράβαση, ακόμη κι αν πληρούνται όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις.
Ένα από τα σημεία που συχνά αγνοούνται —και όμως επισύρουν βαριά πρόστιμα— είναι το ειδικό σήμα «Σ». Το σήμα αυτό πρέπει να τοποθετείται στο πίσω παρμπρίζ, σε συγκεκριμένο μέγεθος και με προκαθορισμένα χρώματα, ώστε να είναι άμεσα ορατό στους άλλους οδηγούς. Ο ρόλος του δεν είναι διακοσμητικός: προειδοποιεί ότι το όχημα οδηγείται από ανήλικο, καλώντας τους υπόλοιπους να επιδείξουν αυξημένη προσοχή. Η απουσία του μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο που φτάνει έως και τα 1.000 ευρώ.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλιση, οι 17χρονοι που οδηγούν νόμιμα καλύπτονται κανονικά από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται όλοι οι όροι της προσωρινής άδειας. Ωστόσο, υπάρχουν αυστηρές απαγορεύσεις: μηδενική ανοχή στο αλκοόλ και απαγόρευση μεταφοράς άλλων ανηλίκων χωρίς την παρουσία του προβλεπόμενου ενήλικου συνοδηγού. Η παραβίαση αυτών των κανόνων δεν θεωρείται «μικρό λάθος», αλλά σοβαρή παράβαση.
Οι συνέπειες, μάλιστα, μπορεί να είναι καθοριστικές. Αν ένας 17χρονος υποπέσει σε παράβαση που συνεπάγεται αφαίρεση της προσωρινής άδειας, χάνει το δικαίωμα οδήγησης μέχρι να κλείσει τα 18. Και τότε, δεν επιστρέφει αυτόματα στο τιμόνι: θα πρέπει να περάσει εκ νέου τη διαδικασία μαθημάτων και εξετάσεων για την κανονική άδεια, σαν να ξεκινά από την αρχή.
Όταν, τέλος, ο ανήλικος οδηγός συμπληρώσει το 18ο έτος και αποκτήσει την κανονική άδεια, το σήμα «Σ» αφαιρείται και αντικαθίσταται από το γνωστό «Ν» των νέων οδηγών. Η λογική παραμένει η ίδια: ενημέρωση και πρόληψη, ώστε οι υπόλοιποι χρήστες του δρόμου να γνωρίζουν ποιος βρίσκεται πίσω από το τιμόνι.
Συμπερασματικά, η οδήγηση στα 17 δεν είναι ούτε «παραθυράκι» ούτε χαλαρή εξαίρεση. Είναι ένα δικαίωμα με αυστηρούς όρους, που αν τηρηθούν προσφέρει ασφάλεια και εκπαίδευση. Αν αγνοηθούν, μετατρέπεται γρήγορα σε σοβαρό νομικό και οικονομικό πρόβλημα — τόσο για τον ανήλικο όσο και για την οικογένειά του.



