Ρύθμιση-παγίδα για τα “κόκκινα” δάνεια σε ελβετικό: Σώζεις το σπίτι, πληρώνεις μια περιουσία

Μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση βρίσκονται οι δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους μέσω της νέας τροπολογίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Παρότι η ρύθμιση υπόσχεται «δίχτυ ασφαλείας» απέναντι στους πλειστηριασμούς, στην πράξη συνοδεύεται από σοβαρό οικονομικό κόστος, το οποίο πολλοί χαρακτηρίζουν δυσανάλογο.

Σε αντίθεση με όσους διατηρούν ενήμερα δάνεια, οι «κόκκινοι» δανειολήπτες δεν απολαμβάνουν τα βασικά προνόμια της ευνοϊκής ρύθμισης: δεν προβλέπεται μετατροπή με βελτιωμένη ισοτιμία, ούτε σταθερά χαμηλά επιτόκια. Αντιθέτως, υπάγονται πλήρως στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού, με όρους που κρίνονται αυστηροί και ακριβοί.

Γιατί η ρύθμιση θεωρείται μονόδρομος

Τα τελευταία χρόνια, πολλοί δανειολήπτες ελβετικού φράγκου είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, η πορεία των δικαστικών υποθέσεων έχει ουσιαστικά κλείσει κάθε παράθυρο αισιοδοξίας. Η νομολογία έχει παγιωθεί υπέρ των τραπεζών, με το σκεπτικό ότι η ρήτρα συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτελεί δηλωτικό όρο που απορρέει από τον Αστικό Κώδικα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική.

Η θέση αυτή έχει ενισχυθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά απίθανο οποιαδήποτε ανατροπή στο άμεσο μέλλον. Έτσι, για χιλιάδες δανειολήπτες που βλέπουν τα δάνειά τους «παγωμένα» εδώ και χρόνια, η νέα ρύθμιση μετατρέπεται σε αναγκαστική επιλογή.

Το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε ελβετικό φράγκο υπολογίζονται σε περίπου 3 δισ. ευρώ και αφορούν πάνω από 17.000 δανειακές συμβάσεις. Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται σήμερα στα χαρτοφυλάκια servicers και έχουν ενταχθεί στις τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής». Αυτός είναι και ο λόγος που το κράτος επέλεξε μια πιο «σφιχτή» λύση: οποιαδήποτε γενναία ελάφρυνση θα μεταφραζόταν σε πρόσθετο κόστος για εγγυήσεις του Δημοσίου.

Τι αλλάζει με την τροπολογία

Η ρύθμιση για τα κόκκινα δάνεια σε ελβετικό διαφοροποιείται από τον κλασικό εξωδικαστικό μηχανισμό σε τρία κομβικά σημεία.

Πρώτον, εισάγεται η έννοια της αυτόματης αποδοχής. Οι πιστωτές δεν μπορούν να απορρίψουν τη ρύθμιση που προκύπτει από τον αλγόριθμο, ανεξάρτητα από το προφίλ του οφειλέτη. Αυτό πρακτικά μπλοκάρει κάθε ενδεχόμενο άρνησης και αναγκαστικών μέτρων, εφόσον ο δανειολήπτης αποδεχθεί την πρόταση.

Δεύτερον, καταργούνται τα εισοδηματικά και περιουσιακά φίλτρα. Ακόμη και δανειολήπτες που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν «μη συνεργάσιμοι» αποκτούν δικαίωμα ρύθμισης.

Τρίτον –και πιο κρίσιμο– η οφειλή μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την τρέχουσα ισοτιμία και όχι με ευνοϊκό συντελεστή. Εδώ εντοπίζεται και το μεγαλύτερο βάρος για τον δανειολήπτη.

Τι σημαίνει η μετατροπή σε ευρώ

Ένα δάνειο 100.000 ελβετικών φράγκων μετατρέπεται σήμερα σε περίπου 107.000 ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο «κλειδώνεται» οριστικά η συναλλαγματική ζημιά, η οποία για πολλά δάνεια ξεκίνησε όταν το ευρώ βρισκόταν κοντά στο 1,60. Από τη στιγμή της ρύθμισης, το δάνειο παύει να είναι σε ξένο νόμισμα, αλλά το κόστος έχει ήδη ενσωματωθεί.

Το δίλημμα: ασφάλεια ή χρήματα;

Το βασικό πλεονέκτημα της ρύθμισης είναι η προστασία από τον πλειστηριασμό. Με επιμηκύνσεις που φτάνουν έως και τις 420 δόσεις, η μηνιαία επιβάρυνση μειώνεται αισθητά και το δάνειο γίνεται διαχειρίσιμο σε επίπεδο ταμειακών ροών.

Ωστόσο, το συνολικό κόστος αυξάνεται δραματικά. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν εγγυάται κούρεμα κεφαλαίου, ειδικά αν η αξία του ακινήτου υπερβαίνει το ύψος της οφειλής μετά τη μετατροπή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δανειολήπτης καλείται να εξυπηρετήσει ένα «φουσκωμένο» δάνειο χωρίς ουσιαστική μείωση.

Το αγκάθι του επιτοκίου

Ιδιαίτερη επιβάρυνση προκαλεί και το επιτόκιο. Για τα πρώτα τρία χρόνια προβλέπεται σταθερό 3%, αλλά στη συνέχεια μετατρέπεται σε κυμαινόμενο, με βάση το Euribor τριμήνου συν περιθώριο 2,5%. Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό σημαίνει επιτόκιο άνω του 5,5%, επίπεδο πολλαπλάσιο σε σχέση με τα χαμηλά σταθερά επιτόκια που προσφέρονται στους ενήμερους δανειολήπτες.

Σε βάθος δεκαετιών, η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ επιπλέον τόκους. Έτσι, ενώ η πρώτη «ήττα» ήρθε από την ισοτιμία, ακολουθεί μια δεύτερη, εξίσου βαριά, μέσω των αυξημένων επιτοκίων.

Συμπέρασμα

Η νέα ρύθμιση δεν είναι λύση ανακούφισης, αλλά λύση ανάγκης. Προσφέρει σταθερότητα και αποτρέπει την απώλεια της κατοικίας, όμως με υψηλό οικονομικό τίμημα. Για τους δανειολήπτες με κόκκινα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, το δίλημμα είναι πλέον ξεκάθαρο: αποδέχονται μια ακριβή ρύθμιση ή παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο χωρίς εναλλακτική.