«Λίγα σε όλους, τίποτα στους πολλούς»: Πώς το Δημόσιο πήρε αυξήσεις… χωρίς να δει πραγματική διαφορά στο πορτοφόλι

Η χρονιά που έκλεισε για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα σχολαστικά ισορροπημένο παιχνίδι μεταξύ παροχών και περιορισμών. Από τη μία, η κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά παρεμβάσεων που βελτίωσαν –έστω οριακά– τις καθαρές αποδοχές. Από την άλλη, το μεγαλύτερο και διαχρονικό αίτημα των δημοσίων υπαλλήλων παραμένει εκτός συζήτησης, παρά τις πιέσεις, τις κινητοποιήσεις και τις δικαστικές διεκδικήσεις.

Στην κορυφή των μέτρων βρέθηκε η οριζόντια αύξηση των μισθών κατά 30 ευρώ μηνιαίως, που εφαρμόστηκε σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους. Η αύξηση αυτή ήρθε ως συνέχεια της αντίστοιχης περσινής παρέμβασης και κόστισε στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 215 εκατ. ευρώ για το 2025. Αν και παρουσιάστηκε ως «ανάσα», για πολλούς εργαζόμενους απορροφήθηκε άμεσα από το αυξημένο κόστος ζωής.

Ωστόσο, το πακέτο δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτή την οριζόντια ενίσχυση. Υιοθετήθηκαν επιπλέον στοχευμένα μέτρα, τα οποία αφορούσαν συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων και ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η αυτοτελής φορολόγηση των εφημεριών των γιατρών του ΕΣΥ, ένα μέτρο που μείωσε τη φορολογική επιβάρυνση και είχε δημοσιονομικό κόστος 40 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, από την 1η Ιανουαρίου 2025 τέθηκε σε ισχύ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μία ποσοστιαία μονάδα και για το Δημόσιο. Από το συνολικό κόστος των 440 εκατ. ευρώ, τα 83 εκατ. αφορούν τον δημόσιο τομέα, προσφέροντας μικρή αλλά σταθερή αύξηση στο καθαρό εισόδημα των υπαλλήλων.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η ρύθμιση που αφορά την προσωπική διαφορά. Περίπου 40.000 δημόσιοι υπάλληλοι είδαν τη μισθολογική τους εξέλιξη να μην «εξουδετερώνεται» από συμψηφισμό, εφόσον η προσωπική διαφορά δεν ξεπερνά τα 300 ευρώ. Για υψηλότερα ποσά εφαρμόζεται μερικός συμψηφισμός. Το κόστος του μέτρου ξεκινά από τα 12 εκατ. ευρώ ετησίως και αυξάνεται σταδιακά.

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η επέκταση του κινήτρου επίτευξης στόχων, με ετήσια δαπάνη 40 εκατ. ευρώ. Μέσω αυτού, επιχειρείται να συνδεθεί η απόδοση με την αμοιβή, εισάγοντας πιο έντονα στοιχεία αξιολόγησης στο Δημόσιο. Επιπλέον, οι πιο αποδοτικοί υπάλληλοι συγκεκριμένων υπηρεσιών έλαβαν μπόνους συνολικού ύψους 40 εκατ. ευρώ το 2025, με ανώτατο όριο το 15% των ετήσιων βασικών αποδοχών.

Σημαντικές παρεμβάσεις έγιναν και στους ένστολους. Από τις αρχές του 2025 αυξήθηκε η νυχτερινή αποζημίωση, με κόστος 25 εκατ. ευρώ, ενώ από την 1η Ιουλίου ενισχύθηκαν περαιτέρω τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Περίπου 156.000 ένστολοι λαμβάνουν πλέον 100 ευρώ επιπλέον μηνιαίως ως επίδομα ιδιαίτερων συνθηκών και επικινδυνότητας, με το κόστος να ανέρχεται σε 111 εκατ. ευρώ για το 2025 και να διπλασιάζεται το 2026.

Συνολικά, το άθροισμα όλων αυτών των παρεμβάσεων φτάνει τα 526 εκατ. ευρώ. Ένα ποσό που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως ένδειξη δημοσιονομικής προσπάθειας, χωρίς όμως να αγγίζει τον «πυρήνα» των διεκδικήσεων.

Την ίδια στιγμή, ανακοινώθηκε και η επέκταση της επιδότησης ενοικίου για δημόσιους λειτουργούς –εκπαιδευτικούς, γιατρούς και άλλους– που υπηρετούν σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές, μια κίνηση με κοινωνικό και αναπτυξιακό πρόσημο.

Κι όμως, παρά όλα τα παραπάνω, το θέμα που καίει περισσότερο από κάθε άλλο παραμένει εκτός ατζέντας: η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού. Η κυβέρνηση εμφανίζεται ανένδοτη, επικαλούμενη κόστος που αγγίζει τα 1,5 δισ. ευρώ. Οι σχετικές τροπολογίες απορρίπτονται συστηματικά, ενώ και η Δικαιοσύνη έχει κλείσει την πόρτα, απορρίπτοντας αντίστοιχα αιτήματα ακόμη και από δικαστικούς λειτουργούς.

Παρά τις κινητοποιήσεις της ΑΔΕΔΥ και τις κατά τόπους δικαστικές αποφάσεις που δικαίωσαν μεμονωμένους υπαλλήλους με αναδρομικά, το γενικό πλαίσιο δεν αλλάζει. Οι αποφάσεις αυτές έμειναν αποσπασματικές, χωρίς να δημιουργήσουν δεδικασμένο.

Έτσι, το συμπέρασμα για τη χρονιά που πέρασε είναι σαφές: μικρές αυξήσεις, στοχευμένες παροχές και επιλεκτικά μπόνους, αλλά καμία διάθεση για την επιστροφή όσων χάθηκαν την περίοδο των μνημονίων. Για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους, η αίσθηση παραμένει η ίδια: πολλά ανακοινώνονται, λίγα αλλάζουν ουσιαστικά.