Το 2026 φέρνει μια ουσιαστική μεταβολή στο φορολογικό τοπίο για ατομικές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους. Ο μηχανισμός του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος αποκτά νέα δεδομένα, καθώς επανακαθορίζονται οι μέσοι τζίροι ανά επαγγελματική δραστηριότητα, οι οποίοι θα λειτουργήσουν ως σημείο αναφοράς για τις φορολογικές δηλώσεις που αφορούν τα εισοδήματα του 2025. Με απλά λόγια, πολλοί επαγγελματίες θα κριθούν με αυστηρότερα κριτήρια, ακόμη και αν ο πραγματικός τους τζίρος δεν έχει αυξηθεί.
Στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2026, κάθε επαγγελματίας θα δηλώσει τον πραγματικό κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε εντός του 2025. Ωστόσο, αυτό το ποσό δεν εξετάζεται μεμονωμένα. Συγκρίνεται με τον μέσο τζίρο της κύριας δραστηριότητας του κλάδου, όπως αυτός προκύπτει από το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν πλήρη και επεξεργασμένα στοιχεία. Για τον συγκεκριμένο υπολογισμό, το έτος αναφοράς είναι το 2024, το οποίο πλέον αποτελεί τη νέα «βάση» για τον μηχανισμό τεκμαρτού εισοδήματος.
Η λογική του συστήματος είναι απλή αλλά με σημαντικές συνέπειες. Ο δηλωθείς κύκλος εργασιών συνεκτιμάται σε σχέση με τον μέσο όρο του κλάδου. Αν η απόκλιση θεωρηθεί σημαντική, τότε ενεργοποιούνται προσαρμογές που επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο τεκμαρτό εισόδημα και, κατ’ επέκταση, σε αυξημένη φορολογητέα βάση, ανεξάρτητα από τα πραγματικά καθαρά κέρδη που δήλωσε ο επαγγελματίας.
Οι νέοι μέσοι όροι δείχνουν ξεκάθαρα ανοδική τάση σε πολλούς βασικούς κλάδους της οικονομίας. Στην εστίαση, για παράδειγμα, ο μέσος ετήσιος τζίρος για δραστηριότητες εστιατορίων και κινητών μονάδων διαμορφώνεται πλέον πάνω από τις 108 χιλιάδες ευρώ, αυξημένος αισθητά σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο σύγκρισης. Η μεταβολή αυτή ανεβάζει τον πήχη για χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο χώρο.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, όπου ο μέσος κύκλος εργασιών ξεπερνά τις 106 χιλιάδες ευρώ, καθώς και στις νομικές δραστηριότητες, στις οποίες ο αντίστοιχος μέσος όρος κινείται κοντά στις 27 χιλιάδες ευρώ. Οι αυξήσεις αυτές, αν και αριθμητικά μπορεί να φαίνονται περιορισμένες, παίζουν καθοριστικό ρόλο στον υπολογισμό του τεκμαρτού εισοδήματος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κλάδοι με έντονη παρουσία μικρών επαγγελματιών. Η συντήρηση και επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων εμφανίζει πλέον υψηλότερο μέσο κύκλο εργασιών, ενώ το ίδιο ισχύει για κομμωτήρια, κουρεία και υπηρεσίες αισθητικής. Σε αυτούς τους τομείς, όπου τα περιθώρια κέρδους συχνά είναι πιεσμένα και ο τζίρος μπορεί να παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις, η άνοδος του μέσου όρου αυξάνει τον κίνδυνο πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης.
Στο λιανεμπόριο τροφίμων σε μη εξειδικευμένα καταστήματα, ο μέσος ετήσιος τζίρος κινείται επίσης ανοδικά, πλησιάζοντας τις 150 χιλιάδες ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και επιχειρήσεις που λειτουργούν σε μικρές αγορές ή γειτονιές θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στον τρόπο που αποτυπώνουν τα οικονομικά τους στοιχεία, καθώς η σύγκριση με τον μέσο όρο του κλάδου γίνεται πλέον με πιο απαιτητικά δεδομένα.
Δεν είναι όμως όλοι οι κλάδοι στην ίδια κατεύθυνση. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ο μέσος κύκλος εργασιών εμφανίζει υποχώρηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκμίσθωση και διαχείριση ιδιόκτητων ή μισθωμένων ακινήτων, όπου ο μέσος τζίρος παρουσιάζεται χαμηλότερος σε σχέση με την προηγούμενη βάση. Για όσους δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως μικρή «ανάσα», χωρίς ωστόσο να αναιρεί τη γενικότερη αυστηροποίηση του πλαισίου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ειδικές περιπτώσεις. Όσοι επαγγελματίες άλλαξαν κύρια δραστηριότητα μέσα στο 2025 ή διατηρούν περισσότερες από μία δραστηριότητες, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η σύγκριση γίνεται αποκλειστικά με βάση την κύρια δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει και για επαγγέλματα με έντονη εποχικότητα ή μεγάλες διακυμάνσεις στον κύκλο εργασιών, όπου μια μεταβολή του μέσου όρου μπορεί να αλλάξει ριζικά το φορολογικό αποτέλεσμα.
Συμπερασματικά, η αναπροσαρμογή των μέσων τζίρων ανά κλάδο δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει άμεσα το ύψος του φόρου για χιλιάδες επαγγελματίες. Το 2026 αναμένεται να είναι χρονιά αυξημένων ελέγχων και μεγαλύτερης προσοχής, καθώς ο νέος «πήχης» καθιστά αναγκαίο τον προσεκτικό σχεδιασμό και τη σωστή αποτύπωση των οικονομικών δεδομένων από κάθε επιχείρηση.


