Το ζήτημα των συντάξεων χηρείας επιστρέφει με ένταση στο πολιτικό προσκήνιο, επαναφέροντας στο φως ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια ταλαιπωρεί χιλιάδες πολίτες. Αφορμή στάθηκε νέα κοινοβουλευτική παρέμβαση του Παύλος Χρηστίδης, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, ο οποίος με επίκαιρη ερώτηση προς το Υπουργείο Εργασίας θέτει ξανά στο επίκεντρο τις σοβαρές στρεβλώσεις του ισχύοντος πλαισίου.
Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η νομοθεσία για τη σύνταξη χηρείας μετά την παρέλευση της πρώτης τριετίας. Βάσει του σημερινού καθεστώτος, το ποσοστό της σύνταξης που καταβάλλεται στον δικαιούχο μειώνεται δραστικά: από το 70% πέφτει στο 35%, εφόσον ο επιζών σύζυγος εργάζεται ή λαμβάνει και δεύτερη σύνταξη από δικό του συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Πρόκειται για μια ρύθμιση που, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται, δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης και οδηγεί πολλές οικογένειες σε οικονομική ασφυξία.
Η μείωση αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν λογιστικό υπολογισμό. Για χιλιάδες συνταξιούχους χηρείας μεταφράζεται σε απώλεια εισοδήματος που συχνά αγγίζει τα όρια της φτώχειας. Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, τα οποία καλούνται να καλύψουν αυξημένες ανάγκες – από ενοίκια και λογαριασμούς μέχρι ιατροφαρμακευτικά έξοδα – βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται χωρίς ουσιαστικά περιθώρια αναπλήρωσης.
Ακόμη πιο σύνθετη γίνεται η εικόνα από το γεγονός ότι το μέτρο αυτό δεν εφαρμόστηκε έγκαιρα και ομοιόμορφα σε όλους τους δικαιούχους, ιδίως σε όσους προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Η καθυστέρηση στην εφαρμογή δημιούργησε ένα επικίνδυνο προηγούμενο: σήμερα, πολλοί συνταξιούχοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τον φόβο αναδρομικών αξιώσεων. Με απλά λόγια, υπάρχει το ενδεχόμενο να τους ζητηθεί να επιστρέψουν ποσά που έλαβαν στο παρελθόν, παρότι οι ίδιοι δεν είχαν καμία ευθύνη για τη διοικητική αδράνεια ή ασάφεια.
Στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, ο Παύλος Χρηστίδης εξαπολύει ευθεία επίθεση στην κυβέρνηση, κατηγορώντας την για αθέτηση προεκλογικών δεσμεύσεων. Όπως υποστηρίζει, ενώ είχε υποσχεθεί την κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου και τη διόρθωση των αδικιών, στην πράξη προχώρησε σε κινήσεις που επιβάρυναν περαιτέρω τους συνταξιούχους χηρείας. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εγκύκλιος του 2021, η οποία σε περιπτώσεις σώρευσης συντάξεων προβλέπει την κατάργηση μίας από τις δύο εθνικές συντάξεις.
Η συγκεκριμένη πρακτική, σύμφωνα με τον βουλευτή, δεν εφαρμοζόταν πριν από το 2021 και εισήχθη χωρίς επαρκή κοινωνικό διάλογο. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός μειώνεται εκ νέου το εισόδημα των δικαιούχων, αφετέρου ενισχύεται το αίσθημα ανασφάλειας, καθώς κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποια θα είναι η επόμενη περικοπή ή διοικητική ερμηνεία.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα έχει αρχίσει να αναδύεται: η αδυναμία έκδοσης ασφαλιστικής ενημερότητας για πολλούς συνταξιούχους χηρείας. Εξαιτίας λαθών ή καθυστερήσεων στην εφαρμογή των μειώσεων, αρκετοί εμφανίζονται ως οφειλέτες προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό, στην πράξη, τους μπλοκάρει από βασικές συναλλαγές, όπως η μεταβίβαση ακινήτων, η συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς ή ακόμη και η έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας.
Με την επίκαιρη ερώτησή του, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ ζητά καθαρές απαντήσεις από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας. Μεταξύ άλλων, θέτει το ζήτημα της απόσυρσης ή ουσιαστικής τροποποίησης της επίμαχης εγκυκλίου, καθώς και της αλλαγής του άρθρου 7 παρ. 5 του νόμου 4387/2016, ώστε να καταβάλλεται εθνική σύνταξη για κάθε αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Παράλληλα, προτείνει να θεσμοθετηθεί η δυνατότητα επιλογής: οι δικαιούχοι να μπορούν να αποφασίζουν ποια σύνταξη θα υφίσταται τη μείωση μετά την τριετία – τη σύνταξη χηρείας ή τη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος. Μια τέτοια ρύθμιση, όπως υποστηρίζεται, θα έδινε ανάσα σε χιλιάδες νοικοκυριά και θα αποκαθιστούσε ένα στοιχειώδες αίσθημα δικαιοσύνης.
Το θέμα των συντάξεων χηρείας δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ασφαλιστικό ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής και της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Και όσο οι απαντήσεις καθυστερούν, τόσο η κοινωνική πίεση – και η πολιτική αντιπαράθεση – αναμένεται να εντείνονται.


