Έρχεται νέος «λογαριασμός» για τα ακίνητα: Πώς αλλάζει το τέλος που πληρώνουν όλοι μέσω ρεύματος

Σημαντικές ανατροπές στον τρόπο με τον οποίο φορολογείται η ακίνητη περιουσία μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος βρίσκονται στο τραπέζι της κυβέρνησης, προκαλώντας ήδη έντονες αντιδράσεις στους ιδιοκτήτες ακινήτων. Το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται ένα νέο πλαίσιο που φιλοδοξεί να απλοποιήσει το ισχύον σύστημα, αλλά ταυτόχρονα γεννά ανησυχίες για αυξημένες επιβαρύνσεις.

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, οι σχετικές νομοθετικές παρεμβάσεις αναμένεται να παρουσιαστούν και να ψηφιστούν εντός του τρέχοντος έτους, ώστε να εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η χρονική συγκυρία δεν θεωρείται τυχαία, καθώς το νέο σύστημα προγραμματίζεται να τεθεί σε ισχύ στην αρχή της επόμενης εκλογικής περιόδου.

Ένα ενιαίο τέλος αντί για δύο διαφορετικούς φόρους

Η βασική αλλαγή αφορά την κατάργηση του σημερινού διπλού καθεστώτος επιβαρύνσεων. Σήμερα, οι ιδιοκτήτες πληρώνουν αφενός το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, το οποίο υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας, και αφετέρου τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων, που βασίζεται στα τετραγωνικά μέτρα και στην ηλεκτροδότηση του ακινήτου. Το αποτέλεσμα είναι ένα περίπλοκο και συχνά άνισο σύστημα, με μεγάλες αποκλίσεις από δήμο σε δήμο και από ακίνητο σε ακίνητο.

Το νέο μοντέλο προβλέπει την αντικατάσταση και των δύο αυτών επιβαρύνσεων από ένα ενιαίο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης. Το τέλος αυτό θα ενσωματώνεται αποκλειστικά στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, συνδέοντας άμεσα τη φορολογική υποχρέωση με την παροχή ρεύματος και επιδιώκοντας να κλείσει «παράθυρα» ασυνέπειας και αδήλωτων στοιχείων.

Πώς θα υπολογίζεται το νέο τέλος

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο συντελεστής του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης θα κυμαίνεται μεταξύ 0,8‰ και 1‰ επί της αξίας του ακινήτου. Οι δήμοι θα έχουν τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού ποσοστού, με τη δυνατότητα διαφοροποίησης ακόμη και σε επίπεδο δημοτικής κοινότητας.

Τα έσοδα από το νέο τέλος θα αποτελούν βασικό πυλώνα χρηματοδότησης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καλύπτοντας το σύνολο των λειτουργικών και αναπτυξιακών τους δαπανών. Στόχος είναι η εξασφάλιση σταθερών και προβλέψιμων πόρων, χωρίς την ανάγκη συμπληρωματικών επιβαρύνσεων ή έκτακτων εισφορών.

Τα επιχειρήματα υπέρ της μεταρρύθμισης

Στα θετικά της προωθούμενης αλλαγής συγκαταλέγεται, κατ’ αρχάς, η απλοποίηση. Η ύπαρξη ενός ενιαίου τέλους περιορίζει τη γραφειοκρατία και εξαλείφει τη σύγχυση που προκαλεί σήμερα ο παράλληλος υπολογισμός διαφορετικών φόρων με διαφορετικά κριτήρια.

Παράλληλα, η είσπραξη μέσω του λογαριασμού ρεύματος ενισχύει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα, καθώς μειώνει τις καθυστερήσεις και τα ανεξόφλητα ποσά. Η δημιουργία ενιαίας ψηφιακής βάσης δεδομένων και οι συστηματικές διασταυρώσεις στοιχείων αναμένεται να περιορίσουν τις ανακριβείς δηλώσεις τετραγωνικών και τις χρόνιες στρεβλώσεις που επιβαρύνουν άδικα μέρος των φορολογουμένων.

Για τους δήμους, το νέο σύστημα σημαίνει πιο αξιόπιστη ροή εσόδων και καλύτερο προγραμματισμό έργων και υπηρεσιών.

Οι φόβοι για αυξήσεις και «κρυφό» φόρο

Ωστόσο, οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών δεν είναι αβάσιμες. Εκπρόσωποι της αγοράς ακινήτων προειδοποιούν ότι η ενοποίηση των τελών και ο νέος τρόπος υπολογισμού μπορεί να οδηγήσει σε αισθητές αυξήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιβαρύνσεις ενδέχεται να διπλασιαστούν ή ακόμη και να τριπλασιαστούν σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο επιβολής χρεώσεων σε κενά ή μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, καθώς και η αυστηροποίηση των μηχανισμών είσπραξης. Η απειλή διακοπής ηλεκτροδότησης σε περίπτωση οφειλών θεωρείται από πολλούς δυσανάλογη κύρωση, ειδικά για νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

Επιπλέον, η επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής των οφειλών έως και δέκα έτη, σε συνδυασμό με αυξημένα πρόστιμα για αποκλίσεις στα δηλωμένα στοιχεία, δημιουργεί φόβους για συσσώρευση χρεών και νέα διοικητικά βάρη.

Τι μένει να ξεκαθαρίσει

Καθώς οι τελικές ρυθμίσεις δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, πολλά κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά: ποιοι θα επιβαρυνθούν περισσότερο, πώς θα προστατευθούν οι ευάλωτες ομάδες και αν τελικά το νέο τέλος θα λειτουργήσει ως εργαλείο εξορθολογισμού ή ως ένας ακόμη φόρος στην ακίνητη περιουσία.

Το βέβαιο είναι ότι το 2027 φέρνει ένα νέο τοπίο για τα ακίνητα – και οι ιδιοκτήτες καλούνται να προετοιμαστούν για αλλαγές που θα αποτυπώνονται, μήνα με τον μήνα, στον λογαριασμό του ρεύματος.