Η επιλογή της χωριστής φορολογικής δήλωσης μπορεί για πολλούς να μοιάζει με μια κίνηση «ανεξαρτησίας» μέσα στον γάμο. Ωστόσο, πίσω από αυτή την απόφαση κρύβονται σοβαρές φορολογικές παγίδες, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις οδηγούν σε αυξημένη φορολογική επιβάρυνση. Ειδικά φέτος, τα ζευγάρια που θα επιλέξουν το λεγόμενο «φορολογικό διαζύγιο» καλούνται να ζυγίσουν προσεκτικά τα δεδομένα, καθώς τα τεκμήρια και οι ηλεκτρονικές πληρωμές μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε φορολογικό πονοκέφαλο.
Η δυνατότητα υποβολής χωριστών δηλώσεων παραμένει σε ισχύ και για τα εισοδήματα του 2025. Όσοι σύζυγοι δεν επιθυμούν κοινή δήλωση, θα πρέπει να δηλώσουν την επιλογή τους στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ έως τις 2 Μαρτίου 2026. Σημαντική λεπτομέρεια: η επιλογή αυτή δεν θεωρείται τυπική διαδικασία, καθώς μετά την προθεσμία δεν μπορεί να αλλάξει για το συγκεκριμένο φορολογικό έτος.
Τα «αγκάθια» των χωριστών δηλώσεων
Το βασικό μειονέκτημα των χωριστών δηλώσεων αφορά τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Σε αντίθεση με την κοινή δήλωση, όπου το εισόδημα των δύο συζύγων λειτουργεί ενιαία, στις χωριστές δηλώσεις κάθε φορολογούμενος κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα δικά του εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι, αν ένας σύζυγος εμφανίζει χαμηλά εισοδήματα αλλά έχει τεκμήρια (κατοικία, αυτοκίνητο, δάνεια), δεν μπορεί να «καλυφθεί» από τα έσοδα του άλλου.
Ακόμη πιο αυστηρό είναι το πλαίσιο σε ό,τι αφορά τις ηλεκτρονικές πληρωμές. Στις κοινές δηλώσεις, οι αποδείξεις μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά μεταξύ των συζύγων. Στις χωριστές, όμως, αυτό το πλεονέκτημα χάνεται. Αν ένας από τους δύο δεν έχει πραγματοποιήσει το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών συναλλαγών, επιβαρύνεται με επιπλέον φόρο, χωρίς τη δυνατότητα να «δανειστεί» αποδείξεις από τον/τη σύζυγο.
Τα πλεονεκτήματα που δεν πρέπει να αγνοούνται
Παρά τις παγίδες, οι χωριστές δηλώσεις δεν στερούνται θετικών στοιχείων. Το σημαντικότερο αφορά την οικονομική αυτονομία. Η φορολογική ενημερότητα του ενός συζύγου δεν επηρεάζεται από χρέη ή εκκρεμότητες του άλλου, ενώ δεν πραγματοποιείται συμψηφισμός μεταξύ οφειλών και επιστροφών φόρου. Με απλά λόγια, αν ο ένας δικαιούται επιστροφή και ο άλλος χρωστά, τα ποσά δεν «μπλέκονται».
Επιπλέον, η επιλογή χωριστής δήλωσης δεν επηρεάζει τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων, γεγονός που καθησυχάζει αρκετά νοικοκυριά που ανησυχούν για πιθανές απώλειες παροχών.
Τι προβλέπουν οι οδηγίες της ΑΑΔΕ
Η ΑΑΔΕ έχει εκδώσει αναλυτικό οδηγό με διευκρινίσεις, ώστε να αποφευχθούν λάθη που μπορεί να κοστίσουν. Η γνωστοποίηση γίνεται ηλεκτρονικά, είτε από τον ίδιο τον φορολογούμενο με τους προσωπικούς του κωδικούς, είτε μέσω εξουσιοδοτημένου λογιστή. Αν κανένας από τους δύο συζύγους δεν προβεί στη σχετική δήλωση έως την καταληκτική ημερομηνία, τότε η κοινή δήλωση θεωρείται αυτόματη επιλογή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και στις κοινές δηλώσεις, η βεβαίωση φόρου γίνεται ξεχωριστά για κάθε σύζυγο. Παρ’ όλα αυτά, μόνο στη χωριστή δήλωση απουσιάζει πλήρως η έννοια του «οικογενειακού εισοδήματος» για την κάλυψη τεκμηρίων.
Όσον αφορά την κατοικία, κάθε σύζυγος δηλώνει το ποσοστό που του αναλογεί, είτε πρόκειται για ιδιοκτησία, είτε για μίσθωση, είτε για δωρεάν παραχώρηση. Αν κάποιος δεν έχει κανένα δικαίωμα χρήσης ή ιδιοκτησίας, δηλώνει απλώς ότι συνοικεί με τον ή τη σύζυγο. Τα κοινά τέκνα εμφανίζονται ως εξαρτώμενα μέλη και στις δύο δηλώσεις, ενώ το εισόδημα ανήλικων παιδιών προστίθεται στον γονέα με το υψηλότερο εισόδημα.
Προσοχή στην ανάκληση
Η ανάκληση της επιλογής για χωριστή δήλωση είναι δυνατή μόνο έως τις 2 Μαρτίου 2026. Μετά την ημερομηνία αυτή, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αλλαγής. Όσοι είχαν επιλέξει χωριστές δηλώσεις τα προηγούμενα έτη, δεν χρειάζεται να κάνουν νέα δήλωση, εκτός αν επιθυμούν να επιστρέψουν στην κοινή φορολόγηση.
Τέλος, για τα ζευγάρια που παντρεύτηκαν πρόσφατα, η κοινή δήλωση είναι ο κανόνας από το έτος του γάμου και μετά. Η επιλογή χωριστής δήλωσης μπορεί να γίνει μόνο εντός του ίδιου φορολογικού έτους και κατόπιν έγκαιρης γνωστοποίησης.
Συμπέρασμα
Οι χωριστές φορολογικές δηλώσεις δεν είναι ούτε «καλές» ούτε «κακές» από μόνες τους. Είναι όμως μια επιλογή που απαιτεί προσεκτική ανάλυση. Για ορισμένα ζευγάρια αποτελούν λύση, για άλλα όμως μπορεί να οδηγήσουν σε δυσάρεστες εκπλήξεις και αυξημένους φόρους. Πριν πατηθεί το τελικό «ναι», ο υπολογισμός και η σωστή ενημέρωση είναι το κλειδί.



