Πλήρωσαν φόρο για ακίνητα που… δεν τους ανήκαν – και όμως το Δημόσιο είπε «όχι» στην επιστροφή 43.000 ευρώ

Μια υπόθεση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τα όρια της φορολογικής δικαιοσύνης και τις παγίδες που μπορεί να κρύβει η αποδοχή μιας κληρονομιάς βρέθηκε πρόσφατα στο μικροσκόπιο της φορολογικής διοίκησης. Δύο κληρονόμοι, οι οποίες είχαν καταβάλει συνολικά περισσότερα από 43.000 ευρώ για φόρο κληρονομιάς, ζήτησαν την έντοκη επιστροφή των χρημάτων τους, υποστηρίζοντας ότι τα ακίνητα για τα οποία φορολογήθηκαν είχαν ήδη μετατραπεί σε κοινόχρηστες εκτάσεις. Το αίτημά τους, ωστόσο, απορρίφθηκε οριστικά.

Η υπόθεση ξεκίνησε από τροποποιητική δήλωση φόρου κληρονομιάς που υπεβλήθη το 2022. Στη δήλωση αυτή περιλήφθηκαν δύο ακίνητα, η αξία των οποίων επαναπροσδιορίστηκε από τη φορολογική αρχή. Ο επαναπροσδιορισμός είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή φόρου και πρόσθετου φόρου, με τη μία κληρονόμο να καλείται να πληρώσει περίπου 22.600 ευρώ και τη δεύτερη περίπου 20.850 ευρώ. Τα ποσά καταβλήθηκαν κανονικά, χωρίς επιφύλαξη, στο πλαίσιο της αποδοχής της κληρονομιάς.

Αργότερα, όμως, οι κληρονόμοι επανήλθαν, υποστηρίζοντας ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν φορολογηθεί. Όπως ανέφεραν, οι εκτάσεις αυτές είχαν χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστοι χώροι – συγκεκριμένα δρόμοι – με διοικητικές αποφάσεις της Περιφέρειας ήδη από το 2014 και το 2019. Με βάση τους ισχυρισμούς τους, τα ακίνητα είχαν περιέλθει στην κυριότητα του οικείου Δήμου, χωρίς μάλιστα να τους καταβληθεί αποζημίωση. Κατά συνέπεια, υποστήριξαν ότι ο φόρος κληρονομιάς είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και έπρεπε να τους επιστραφεί, μαζί με τους νόμιμους τόκους.

Το αίτημα εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία κλήθηκε να αποφανθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ακύρωση ή την τροποποίηση της οριστικής πράξης προσδιορισμού φόρου. Η απάντηση ήταν αρνητική και μάλιστα κατηγορηματική.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η φορολογική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ένας φόρος ως μη οφειλόμενος εκ προδήλου. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως κοινόχρηστης δεν συνιστά από μόνος του «πρόδηλη έλλειψη φορολογικής υποχρέωσης». Αντιθέτως, απαιτείται εις βάθος έλεγχος των πραγματικών περιστατικών, εξέταση διοικητικών πράξεων και αξιολόγηση της χρονικής στιγμής κατά την οποία επήλθαν οι σχετικές μεταβολές.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκαν οι κληρονόμοι δεν ήταν άγνωστα ή μεταγενέστερα της φορολογικής διαδικασίας. Όπως σημειώθηκε, οι αποφάσεις με τις οποίες οι εκτάσεις χαρακτηρίστηκαν κοινόχρηστες είχαν εκδοθεί αρκετά χρόνια πριν από την υποβολή της δήλωσης φόρου κληρονομιάς. Επομένως, τα δεδομένα αυτά είτε ήταν ήδη γνωστά είτε θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο της αποδοχής της κληρονομιάς και της υποβολής της σχετικής δήλωσης.

Παράλληλα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών επισήμανε ότι οι κληρονόμοι ενήργησαν οικειοθελώς. Υπέβαλαν τη δήλωση, αποδέχθηκαν την κληρονομιά και κατέβαλαν τον φόρο χωρίς να ασκήσουν τα προβλεπόμενα ένδικα ή διοικητικά μέσα εντός των νόμιμων προθεσμιών. Όταν αργότερα ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων, η προθεσμία για την υποβολή ανακλητικής ή νέας τροποποιητικής δήλωσης είχε ήδη εκπνεύσει, γεγονός που περιόριζε δραστικά τα περιθώρια παρέμβασης της διοίκησης.

Οι ισχυρισμοί περί παραγραφής της φορολογικής απαίτησης, καθώς και οι αναφορές στην αρχή της χρηστής διοίκησης και στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κράτος, εξετάστηκαν αλλά τελικά απορρίφθηκαν. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι δεν παραβιάστηκαν οι συγκεκριμένες αρχές, καθώς οι ενέργειες της διοίκησης βασίστηκαν στο ισχύον νομικό πλαίσιο και στα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη της εγκαίρως.

Με την απόφαση αυτή, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών επικύρωσε πλήρως τη στάση της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή των κληρονόμων. Η υπόθεση λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων που μπορεί να ενέχει μια κληρονομιά όταν δεν έχει προηγηθεί ενδελεχής νομικός και φορολογικός έλεγχος, αλλά και ως υπενθύμιση ότι οι φορολογικές προθεσμίες και διαδικασίες δεν συγχωρούν καθυστερήσεις – ακόμη και όταν διακυβεύονται δεκάδες χιλιάδες ευρώ.