Στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών μπαίνουν ξανά οι χαμηλοσυνταξιούχοι, καθώς το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται δύο εναλλακτικές παρεμβάσεις που μπορούν να μεταφραστούν σε ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων τους μέσα στην επόμενη διετία. Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται το φθινόπωρο, ωστόσο το παρασκήνιο δείχνει ότι οι πρώτες ενδείξεις μπορεί να δοθούν ακόμη και νωρίτερα, εφόσον το πλεόνασμα του 2025 ξεπεράσει τις αρχικές προβλέψεις.
Οι παρεμβάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι δεν αφορούν γενικές αυξήσεις συντάξεων, αλλά στοχευμένα μέτρα με υψηλό πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Πρόκειται είτε για ενίσχυση του μόνιμου επιδόματος που λαμβάνουν συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων είτε για την κατάργηση μιας «σιωπηλής» κράτησης που εδώ και χρόνια ροκανίζει τις επικουρικές συντάξεις.
Σενάριο πρώτο: Το επίδομα που μπορεί να εκτοξευθεί έως και τα 500 ευρώ
Το πρώτο σενάριο προβλέπει σημαντική αναβάθμιση του ετήσιου επιδόματος που θεσπίστηκε πρόσφατα και καταβάλλεται κάθε Νοέμβριο. Σήμερα το ποσό ανέρχεται στα 250 ευρώ και αφορά συνταξιούχους άνω των 65 ετών, δικαιούχους αναπηρικών παροχών, καθώς και ανασφάλιστους υπερήλικες άνω των 67 ετών.
Σύμφωνα με τις εισηγήσεις που εξετάζονται, το συγκεκριμένο βοήθημα θα μπορούσε να αυξηθεί δραστικά από το 2026, φτάνοντας είτε τα 400 ευρώ είτε –στο πιο φιλόδοξο σενάριο– ακόμη και τα 500 ευρώ. Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ουσιαστικά διπλασιασμό της ενίσχυσης σε σχέση με το αρχικό ποσό, δίνοντας ανάσα σε χιλιάδες νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής.
Ωστόσο, το ύψος του επιδόματος δεν είναι η μόνη μεταβλητή. Εξίσου κρίσιμο είναι το ερώτημα ποιοι θα το δικαιούνται. Το οικονομικό επιτελείο εξετάζει δύο εναλλακτικές: είτε τη διεύρυνση των εισοδηματικών ορίων ώστε να ενταχθούν περισσότεροι συνταξιούχοι, είτε τη μείωση του ηλικιακού ορίου, ώστε το επίδομα να ξεκινά από τα 62 έτη αντί για τα 65.
Η πρώτη επιλογή θα άνοιγε την πόρτα και σε συνταξιούχους με ατομικό εισόδημα πάνω από τις 14.000 ευρώ ή οικογενειακό άνω των 26.000 ευρώ, ενώ η δεύτερη θα στόχευε κυρίως σε όσους βγαίνουν νωρίτερα στη σύνταξη και σήμερα μένουν εκτός. Και στις δύο περιπτώσεις, το δημοσιονομικό κόστος ανεβαίνει αισθητά.
Ενδεικτικά, το σημερινό επίδομα των 250 ευρώ κοστίζει περίπου 360 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αν αυξηθεί στα 400 ευρώ, η δαπάνη πλησιάζει τα 570 εκατομμύρια, ενώ σε περίπτωση πλήρους διπλασιασμού, το κόστος μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια ευρώ.
Σενάριο δεύτερο: Η «αόρατη» αύξηση μέσω κατάργησης κρατήσεων
Το δεύτερο σενάριο δεν περιλαμβάνει νέο επίδομα, αλλά αφορά την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης που επιβάλλεται στις επικουρικές συντάξεις από τα 350 ευρώ και πάνω. Πρόκειται για μια κλιμακωτή κράτηση που κυμαίνεται από 4% έως 10% και εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, μειώνοντας αισθητά το τελικό ποσό που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι.
Η πλήρης κατάργηση της εισφοράς αυτής θα σήμαινε άμεση αύξηση στις καθαρές αποδοχές εκατοντάδων χιλιάδων δικαιούχων, χωρίς να απαιτείται νέα νομοθετική παρέμβαση για αυξήσεις. Το συνολικό όφελος από την κατάργηση υπολογίζεται στα 167 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που μπορεί να καλυφθεί από διαθέσιμους πόρους ειδικού αποθεματικού, χωρίς άμεση εκταμίευση.
Στην πράξη, τα οφέλη γίνονται εύκολα αντιληπτά. Συνταξιούχος με επικουρική σύνταξη 350 ευρώ βλέπει σήμερα το ποσό του να μειώνεται σημαντικά μετά τις κρατήσεις. Αν η εισφορά αλληλεγγύης καταργηθεί, το καθαρό ποσό πριν από τον φόρο αυξάνεται κατά περίπου 10 ευρώ τον μήνα. Σε υψηλότερες επικουρικές, όπως στα 400 ευρώ, το όφελος μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 25 ευρώ μηνιαίως.
Το μεγάλο στοίχημα του φθινοπώρου
Και τα δύο σενάρια έχουν κοινό παρονομαστή την πορεία των δημοσίων οικονομικών. Το τελικό «κλειδί» βρίσκεται στο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2025, το οποίο θα καθορίσει το εύρος των παρεμβάσεων. Αν τα έσοδα κινηθούν καλύτερα από τις προβλέψεις, τότε δεν αποκλείεται να υπάρξει συνδυασμός μέτρων ή ακόμη και πρόωρες ανακοινώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το φθινόπωρο προμηνύεται καθοριστικό για εκατομμύρια συνταξιούχους, καθώς οι αποφάσεις που θα ληφθούν τότε θα καθορίσουν το εισόδημά τους για τα επόμενα χρόνια.


