Σημαντικές αλλαγές στο εισόδημα των συνταξιούχων σχεδιάζει η κυβέρνηση, με ένα πακέτο παρεμβάσεων που φιλοδοξεί να ενισχύσει τους χαμηλοσυνταξιούχους αλλά και να διορθώσει χρόνιες στρεβλώσεις στις μεσαίες και υψηλότερες αποδοχές. Στο επίκεντρο των σεναρίων βρίσκονται δύο βασικοί άξονες: η αναμόρφωση ή ακόμη και κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης σε συγκεκριμένες κατηγορίες συντάξεων και η γενναία αύξηση του μόνιμου επιδόματος που σήμερα ανέρχεται στα 250 ευρώ.
Το τελικό πακέτο μέτρων αναμένεται να ενταχθεί στις ανακοινώσεις του Σεπτεμβρίου, ωστόσο για τις συντάξεις δεν αποκλείεται να υπάρξουν προαναγγελίες νωρίτερα, ακόμη και μέσα στην άνοιξη. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών και κυρίως η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025, από την οποία θα εξαρτηθεί το διαθέσιμο δημοσιονομικό «μαξιλάρι».
Τι αλλάζει στις επικουρικές συντάξεις
Ένα από τα πιο προχωρημένα σενάρια αφορά την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης (ΕΑΣ) στις επικουρικές συντάξεις από το τρέχον έτος. Πρόκειται για μια κράτηση που επιβαρύνει σήμερα όσους λαμβάνουν επικουρική άνω των 300 ευρώ μικτά, με ποσοστά που ξεκινούν από 3% και φτάνουν έως 10%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης.
Η κατάργηση της ΕΑΣ θα οδηγούσε αυτόματα σε καθαρές αυξήσεις της τάξης των 10 έως και 60 ευρώ τον μήνα, χωρίς να απαιτηθεί καμία ονομαστική αναπροσαρμογή. Σε ετήσια βάση, το όφελος για τους συνταξιούχους εκτιμάται στα 167 εκατ. ευρώ, ποσό που σήμερα κατευθύνεται στον ειδικό λογαριασμό του ασφαλιστικού.
Για παράδειγμα, επικουρική σύνταξη 350 ευρώ που σήμερα «ροκανίζεται» από κρατήσεις και καταλήγει αισθητά χαμηλότερα, θα εμφανίσει αύξηση περίπου 10 ευρώ προ φόρου. Σε υψηλότερες επικουρικές, όπως αυτές των 480 ευρώ, το όφελος μπορεί να ξεπεράσει τα 20 ευρώ μηνιαίως.
Το επίδομα που μπορεί να φτάσει τα 500 ευρώ
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η αύξηση –ακόμη και ο διπλασιασμός– του ετήσιου επιδόματος που καταβάλλεται σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών, σε δικαιούχους αναπηρικών επιδομάτων και σε ανασφάλιστους υπερήλικες. Το ποσό των 250 ευρώ, που έχει πλέον μόνιμο χαρακτήρα, ενδέχεται να αυξηθεί στα 400 ευρώ ή ακόμη και στα 500 ευρώ από τον Νοέμβριο του 2026.
Το τελικό ύψος του επιδόματος θα εξαρτηθεί από δύο κρίσιμες αποφάσεις: αν θα διευρυνθούν τα εισοδηματικά κριτήρια ώστε να καλυφθούν περισσότεροι συνταξιούχοι ή αν θα μειωθεί το ηλικιακό όριο, επιτρέποντας την ένταξη ακόμη και όσων έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος. Σήμερα το κόστος του μέτρου ανέρχεται στα 360 εκατ. ευρώ, ενώ με αύξηση στα 400 ευρώ ανεβαίνει κοντά στα 570 εκατ. και με πλήρη διπλασιασμό αγγίζει τα 700 εκατ. ευρώ.
Ο «κουμπαράς» των 21 δισ. και τα 640 εκατ. των τόκων
Κομβικό ρόλο στη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων μπορεί να παίξει το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης των Γενεών (ΑΚΑΓΕ), ο αποκαλούμενος «κουμπαράς» του ασφαλιστικού. Τα αποθεματικά του πλησιάζουν τα 21 δισ. ευρώ, ενώ μόνο για το 2026 τα συνολικά του έσοδα εκτιμώνται στα 2,9 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τόκοι από την αξιοποίηση των αποθεματικών, που υπολογίζονται σε περίπου 640 εκατ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για χρήματα που δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τόσο την κατάργηση της ΕΑΣ στις επικουρικές όσο και την αύξηση του επιδόματος, αλλά και πρόσθετες παρεμβάσεις όπως αναδρομικά σε δόσεις ή μια συμπληρωματική αύξηση των συντάξεων κατά 1,5%.
Στο τραπέζι και η εισφορά ασθένειας
Εκτός από την εισφορά αλληλεγγύης, εξετάζεται και το «κούρεμα» της εισφοράς ασθένειας 6% που επιβάλλεται στις επικουρικές συντάξεις από το 2015. Σενάρια προβλέπουν μείωσή της στο 3% ή ακόμη και πλήρη κατάργηση, κάτι που θα ωφελούσε περίπου 1,3 εκατ. συνταξιούχους.
Η μείωση στο μισό θα σήμαινε αυξήσεις 6–12 ευρώ τον μήνα, με κόστος γύρω στα 80 εκατ. ευρώ, ενώ η πλήρης κατάργηση θα διπλασίαζε το όφελος αλλά και το δημοσιονομικό βάρος, που υπολογίζεται στα 170 εκατ. ευρώ.
Ριζική αλλαγή και στις κύριες συντάξεις
Τέλος, σε εκκρεμότητα παραμένει και η συνολική αναμόρφωση της εισφοράς αλληλεγγύης στις κύριες συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ. Το υφιστάμενο σύστημα, ακόμη και με την τιμαριθμοποίηση των κλιμακίων, οδηγεί σταδιακά στην απαλλαγή όλο και περισσότερων συνταξιούχων, μεταφέροντας το βάρος στους λίγους με υψηλότερες αποδοχές.
Η εναλλακτική πρόταση προβλέπει την επιβολή της εισφοράς μόνο στο τμήμα της σύνταξης που υπερβαίνει κάθε κλιμάκιο και όχι στο σύνολο του ποσού. Έτσι, παρά τους υψηλότερους συντελεστές, το τελικό ποσό που θα πληρώνει ο συνταξιούχος θα είναι μικρότερο. Το κόστος μιας τέτοιας μεταρρύθμισης εκτιμάται στα 150 εκατ. ευρώ, με πιο δίκαιη κατανομή των βαρών.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει ποια από τα σενάρια θα περάσουν από το χαρτί στην πράξη, όμως το βέβαιο είναι ότι οι συντάξεις μπαίνουν ξανά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.


