Έρχονται «κρυφές» αυξήσεις στις επικουρικές συντάξεις; Τα σενάρια που αλλάζουν τα δεδομένα και τα ποσά που παίζονται

Στο τραπέζι του υπουργείου Εργασίας βρίσκονται το τελευταίο διάστημα παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά το τοπίο στις επικουρικές συντάξεις, ανοίγοντας τον δρόμο για πραγματικές αυξήσεις έπειτα από χρόνια στασιμότητας. Οι συζητήσεις γίνονται στο πλαίσιο αναζήτησης ισοδύναμων λύσεων απέναντι στη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, η οποία λειτουργεί ανασταλτικά για οποιαδήποτε οριζόντια ενίσχυση των παροχών.

Η βασική λογική που εξετάζεται δεν αφορά άμεσες αυξήσεις μέσω αναπροσαρμογής των συντάξεων, αλλά έμμεσες ενισχύσεις μέσω της μείωσης ή της κατάργησης υφιστάμενων κρατήσεων. Με τον τρόπο αυτό, οι συνταξιούχοι θα μπορούσαν να δουν υψηλότερα καθαρά ποσά στους λογαριασμούς τους, χωρίς να παραβιάζονται οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που ισχύουν για το ασφαλιστικό σύστημα.

Το πιο ώριμο –αν και όχι αποφασισμένο– σενάριο αφορά την εισφορά 6% που παρακρατείται από το 2015 στις επικουρικές συντάξεις ως κράτηση υπέρ υγειονομικής περίθαλψης. Πρόκειται για ένα μέτρο που επιβλήθηκε σε περίοδο έντονης δημοσιονομικής πίεσης και παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα, μειώνοντας αισθητά τα καθαρά ποσά που λαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο είτε να μειωθεί το ποσοστό της εισφοράς είτε να καταργηθεί πλήρως. Η σχετική πρόταση δεν είναι καινούργια, καθώς είχε τεθεί στο οικονομικό επιτελείο ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι, στο πλαίσιο της προετοιμασίας των πακέτων στήριξης που παρουσιάστηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, τότε δεν υπήρξε δημοσιονομικός χώρος για να προχωρήσει.

Οι αριθμοί δείχνουν ότι ακόμη και μια μερική παρέμβαση θα είχε άμεσο αποτέλεσμα στο εισόδημα των δικαιούχων. Εάν, για παράδειγμα, η εισφορά μειωνόταν από το 6% στο 3%, οι καθαρές επικουρικές συντάξεις θα αυξάνονταν κατά 6 έως 12 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με το ύψος της παροχής. Αντίστοιχα, η πλήρης κατάργηση της κράτησης θα διπλασίαζε σχεδόν το όφελος για τους συνταξιούχους, οδηγώντας σε ακόμη πιο αισθητές αυξήσεις.

Βεβαίως, κάθε τέτοια απόφαση συνοδεύεται από σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Η μείωση της εισφοράς στο μισό εκτιμάται ότι θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό με περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στην περίπτωση πλήρους κατάργησης, το κόστος ανεβαίνει αισθητά και προσεγγίζει τα 170 εκατομμύρια ευρώ. Τα ποσά αυτά εξηγούν και τον λόγο για τον οποίο οι συζητήσεις παραμένουν μέχρι στιγμής σε θεωρητικό επίπεδο.

Παράλληλα, στο τραπέζι υπάρχει και ένα δεύτερο, εναλλακτικό σενάριο, το οποίο αφορά την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ). Συγκεκριμένα, εξετάζεται το ενδεχόμενο να σταματήσει η παρακράτηση της ΕΑΣ από τις επικουρικές συντάξεις, μέτρο που επίσης θα οδηγούσε σε αύξηση των καθαρών ποσών για μια συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων.

Η κατάργηση της συγκεκριμένης κράτησης θεωρείται από ορισμένους πιο στοχευμένη παρέμβαση, καθώς αφορά κυρίως όσους λαμβάνουν υψηλότερες επικουρικές συντάξεις και επιβαρύνονται περισσότερο. Ωστόσο, και εδώ το βασικό εμπόδιο είναι το δημοσιονομικό αποτύπωμα και η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι δεν θα δημιουργηθούν νέα ελλείμματα στο σύστημα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τη φημολογία και τις συζητήσεις, καμία από τις παραπάνω προτάσεις δεν έχει λάβει ακόμη το πράσινο φως. Στο υπουργείο Εργασίας κρατούν χαμηλούς τόνους, ξεκαθαρίζοντας ότι όλα τα σενάρια αξιολογούνται, αλλά δεν υπάρχει τελική απόφαση ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

Το βέβαιο είναι ότι οι επικουρικές συντάξεις βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο, με την κυβέρνηση να αναζητά τρόπους να δώσει ανάσα στους συνταξιούχους χωρίς να διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Το αν οι σκέψεις αυτές θα μετατραπούν σε πράξη, μένει να φανεί τους επόμενους μήνες, καθώς θα ξεκαθαρίζει και το οικονομικό περιβάλλον.

Μέχρι τότε, οι συνταξιούχοι καλούνται να περιμένουν, έχοντας όμως για πρώτη φορά μετά από καιρό στο τραπέζι ρεαλιστικά σενάρια που –αν υλοποιηθούν– μπορούν να μεταφραστούν σε πραγματικό, έστω και περιορισμένο, όφελος στο μηνιαίο τους εισόδημα.