Ένα «αθώο» έγγραφο, που οι περισσότεροι φορολογούμενοι προσπερνούν βιαστικά, μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρή φορολογική παγίδα. Ο λόγος για τις βεβαιώσεις αποδοχών, οι οποίες αν περιέχουν λάθη, ενδέχεται να οδηγήσουν μισθωτούς –και σε μικρότερο βαθμό συνταξιούχους– να πληρώσουν φόρο το 2026 για χρήματα που δεν μπήκαν ποτέ στον λογαριασμό τους μέσα στο 2025.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και συχνά αποκαλύπτεται όταν είναι πλέον αργά. Και τότε, ο φορολογούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύστημα που δεν συγχωρεί την αμέλεια.
Οι κρίσιμες ημερομηνίες και τι πραγματικά ισχύει
Όλοι οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, οι φορείς της γενικής κυβέρνησης και τα ΝΠΙΔ υποχρεούνται να διαβιβάσουν ηλεκτρονικά τις βεβαιώσεις αποδοχών στο Taxisnet έως τις 27 Φεβρουαρίου. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τις αμοιβές που καταβλήθηκαν εντός του 2025 και αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία θα «χτιστεί» η φορολογική δήλωση.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν και έντυπη ή ηλεκτρονική βεβαίωση από τον εργοδότη τους. Ωστόσο, αυτό το έγγραφο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Η ουσία βρίσκεται αλλού: τα ποσά έχουν ήδη αποσταλεί στην ΑΑΔΕ και θα εμφανιστούν προσυμπληρωμένα και κλειδωμένα στο έντυπο Ε1.
Το κρίσιμο λάθος που κάνουν οι περισσότεροι
Πολλοί φορολογούμενοι θεωρούν –λανθασμένα– ότι μπορούν να διορθώσουν μόνοι τους τα ποσά στη δήλωση αν διαπιστώσουν ανακρίβειες. Αυτό δεν επιτρέπεται. Οι σχετικοί κωδικοί δεν τροποποιούνται από τον φορολογούμενο, ακόμη κι αν γνωρίζει με βεβαιότητα ότι τα στοιχεία είναι λάθος.
Η μόνη θεσμικά αποδεκτή λύση είναι μία: άμεση επικοινωνία με τον φορέα που εξέδωσε τη βεβαίωση, ώστε να γίνει διόρθωση πριν από την υποβολή της δήλωσης. Διαφορετικά, ο φόρος θα υπολογιστεί με βάση τα λανθασμένα δεδομένα.
Τι γίνεται αν ο εργοδότης αρνηθεί να διορθώσει
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εργοδότες δεν προχωρούν σε διόρθωση, είτε από αμέλεια είτε από άρνηση. Τότε, ο μισθωτός έχει μία και μόνο διέξοδο: υποβολή φορολογικής δήλωσης με επιφύλαξη.
Ακολουθεί έλεγχος από την εφορία, όπου ο φορολογούμενος καλείται να αποδείξει ότι τα ποσά που δηλώθηκαν από τον εργοδότη δεν εισπράχθηκαν πραγματικά. Αν δεν πείσει τις αρχές, ο αρχικός φόρος παραμένει και το επόμενο βήμα είναι η προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Η υπόθεση που δείχνει τον κίνδυνο
Χαρακτηριστική είναι πρόσφατη υπόθεση που εξέτασε η ΔΕΔ. Φορολογούμενος προσέφυγε κατά εκκαθάρισης φόρου, υποστηρίζοντας ότι η βεβαίωση αποδοχών του εμφάνιζε εισόδημα 76.996,11 ευρώ, ποσό που –όπως ισχυρίστηκε– δεν είχε εισπράξει στο σύνολό του.
Ο εργαζόμενος είχε ήδη κινηθεί νομικά κατά του εργοδότη του, καταθέτοντας προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας για μη καταβολή δεδουλευμένων. Ζήτησε, λοιπόν, να φορολογηθεί μόνο για τα πραγματικά εισπραχθέντα ποσά.
Η ΔΕΔ, ωστόσο, απέρριψε την προσφυγή. Το σκεπτικό ήταν σαφές: οι κωδικοί 301-302 του Ε1 πρέπει να συμφωνούν απόλυτα με τη βεβαίωση αποδοχών του εργοδότη. Όσο αυτή δεν τροποποιείται επισήμως, η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να αγνοήσει τα δηλωθέντα ποσά.
Πότε επιτρέπεται να μη δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα
Υπάρχουν συγκεκριμένες εξαιρέσεις, αλλά είναι περιορισμένες. Αν ο εργαζόμενος δεν έλαβε δεδουλευμένα και δεν του χορηγήθηκε καθόλου βεβαίωση αποδοχών λόγω επίσχεσης εργασίας, πτώχευσης εργοδότη ή ανωτέρας βίας, τότε μπορεί να υποβάλει δήλωση χωρίς αυτά τα ποσά, συνοδεύοντάς τη με υπεύθυνη δήλωση.
Επίσης, όταν οι ανείσπρακτες αποδοχές αναγράφονται σε διακριτή γραμμή στη βεβαίωση, τότε δεν δηλώνονται. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όμως, τα ποσά θεωρούνται φορολογητέα, ανεξάρτητα από το αν πληρώθηκαν.
Το συμπέρασμα που δεν πρέπει να αγνοήσεις
Η βεβαίωση αποδοχών δεν είναι τυπικό χαρτί. Είναι το έγγραφο που «κλειδώνει» τη φορολογική σου τύχη. Αν περιέχει λάθος και δεν διορθωθεί εγκαίρως από τον εργοδότη, ο φόρος θα βεβαιωθεί κανονικά – και η ανατροπή του είναι δύσκολη, χρονοβόρα και αβέβαιη.
Με απλά λόγια: έλεγχος τώρα ή πληρωμή αργότερα. Και συνήθως, η πληρωμή πονάει πολύ περισσότερο.


