Η συζήτηση για την οικονομική κατάσταση των συνταξιούχων επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα νέο πλέγμα παρεμβάσεων με στόχο την ανακούφιση εκατοντάδων χιλιάδων δικαιούχων. Πρόκειται για ένα πακέτο τεσσάρων βασικών μέτρων, με ένα επιπλέον «συμπληρωματικό» εργαλείο, που φιλοδοξεί να περιορίσει –έστω και μερικώς– τις βαριές απώλειες εισοδήματος που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.
Τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Από το 2010 έως σήμερα, οι συνταξιούχοι έχουν χάσει σωρευτικά ποσά που προσεγγίζουν τα 130 δισ. ευρώ. Οι περικοπές, οι αυξημένες κρατήσεις και η μακρά περίοδος «παγώματος» αυξήσεων άφησαν έντονο αποτύπωμα στο βιοτικό επίπεδο, ιδίως για όσους στηρίζονται αποκλειστικά στη σύνταξή τους για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών.
Το σχέδιο των παρεμβάσεων
Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκονται στοχευμένες αλλαγές που επηρεάζουν άμεσα το καθαρό ποσό που φτάνει κάθε μήνα στην τσέπη των συνταξιούχων. Οι προτάσεις που εξετάζονται περιλαμβάνουν αυξήσεις επιδομάτων, αναθεώρηση εισφορών και αναπροσαρμογή κρατήσεων υπέρ υγείας και αλληλεγγύης. Κοινός παρονομαστής όλων των μέτρων είναι η ενίσχυση χαμηλών και μεσαίων συντάξεων, όπου εντοπίζεται και η μεγαλύτερη πίεση.
Ένα από τα βασικά σενάρια αφορά την αναβάθμιση του ετήσιου επιδόματος των 250 ευρώ, το οποίο λαμβάνουν χαμηλοσυνταξιούχοι και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Στόχος είναι είτε η αύξηση του ποσού είτε η διεύρυνση των δικαιούχων, ώστε να καλυφθούν περισσότεροι συνταξιούχοι που σήμερα μένουν εκτός.
Η «προσωπική διαφορά» στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο ζήτημα της προσωπικής διαφοράς, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί ως «φρένο» για χιλιάδες συνταξιούχους, στερώντας τους τις αυξήσεις που ανακοινώνονται κάθε χρόνο. Η κυβέρνηση εξετάζει σενάρια περιορισμού ή ακόμη και κατάργησής της για μεγάλες ομάδες δικαιούχων. Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους να δουν πραγματικές αυξήσεις στα ποσά που λαμβάνουν, αντί για λογιστικές βελτιώσεις χωρίς αντίκρισμα.
Αλλαγές στην Εισφορά Αλληλεγγύης
Στο τραπέζι βρίσκεται και η αναμόρφωση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ), τόσο για τις κύριες όσο και για τις επικουρικές συντάξεις. Οι κρατήσεις αυτές, που επιβαρύνουν σημαντικά το τελικό εισόδημα, αναμένεται να μειωθούν, με έμφαση στις συντάξεις έως τα 1.000 ευρώ. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο πλήρους κατάργησης της εισφοράς για συγκεκριμένες κατηγορίες, κάτι που θα είχε άμεσο και μετρήσιμο όφελος.
Μείωση εισφορών υγείας στις επικουρικές
Ένα ακόμη μέτρο που συγκεντρώνει θετικές αντιδράσεις είναι η μείωση των εισφορών υπέρ υγείας στις επικουρικές συντάξεις. Η παρέμβαση αυτή εκτιμάται ότι θα αυξήσει άμεσα τις καθαρές αποδοχές, χωρίς να απαιτείται περίπλοκη διαδικασία ή χρονοβόρες προσαρμογές. Αν και το δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει τρόπους κάλυψής του μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.
Οι αριθμοί πίσω από τις συντάξεις
Σήμερα, η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώνεται περίπου στα 956 ευρώ μικτά, ενώ η μέση επικουρική κινείται γύρω στα 221 ευρώ μικτά. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι σχεδόν έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν κύρια σύνταξη κάτω από τα 1.000 ευρώ, γεγονός που καθιστά κάθε παρέμβαση ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διατήρηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει
Παρά τις θετικές προσδοκίες που δημιουργεί το πακέτο μέτρων, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή. Οι συνταξιούχοι που επλήγησαν περισσότερο από τις μνημονιακές περικοπές συνεχίζουν να κουβαλούν το βάρος των απωλειών. Ακόμη και αν εφαρμοστούν όλες οι αλλαγές, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έως το 2026 οι συνολικές απώλειες θα εξακολουθήσουν να ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν τα νέα μέτρα θα εφαρμοστούν, αλλά και αν θα καταφέρουν να αλλάξουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των συνταξιούχων ή αν θα αποτελέσουν απλώς μια προσωρινή ανάσα σε ένα πρόβλημα που παραμένει βαθιά δομικό.


