Παρά τις αυξήσεις που εφαρμόστηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2026, η εικόνα του συνταξιοδοτικού τοπίου παραμένει βαθιά άνιση. Ναι μεν σε δέκα ταμεία του ΕΦΚΑ η μέση σύνταξη γήρατος ξεπερνά πλέον τα 1.400 ευρώ, όμως την ίδια στιγμή σχεδόν ένας στους δύο συνταξιούχους εξακολουθεί να ζει με λιγότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα. Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι αυξήσεις λειτούργησαν περισσότερο ως «πολλαπλασιαστής» για τις ήδη υψηλές συντάξεις και λιγότερο ως ουσιαστική ανάσα για τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Ο μέσος όρος της κύριας σύνταξης γήρατος για το σύνολο των ταμείων διαμορφώθηκε στα 975 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η πλειονότητα των δικαιούχων παραμένει κάτω από το ψυχολογικό και οικονομικό όριο των 1.000 ευρώ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζονται ήδη πρόσθετες παρεμβάσεις, με τις σχετικές ανακοινώσεις να μην αποκλείεται να έρθουν ακόμη και πριν από το Πάσχα.
Τα «χρυσά» ταμεία και οι μεγαλύτερες αυξήσεις
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται το ΤΣΠΗΣΑΠ, με τη μέση σύνταξη γήρατος να εκτοξεύεται στα 2.933,80 ευρώ, μετά από αύξηση 67,55 ευρώ τον μήνα – τη μεγαλύτερη σε απόλυτο ποσό. Ακολουθούν ειδικά και επαγγελματικά ταμεία, όπως το ΤΑΠΙΛΤ, το ΤΣΠΕΑΘ, το ΤΣΠΑΤΕ, το ΤΑΠΟΤΕ και το ΤΑΠ-ΔΕΗ, όπου οι μέσες συντάξεις κινούνται από τα 1.500 έως και σχεδόν 1.800 ευρώ.
Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στα ταμεία των τραπεζοϋπαλλήλων, με το ΤΑΠΕΤΒΑ, το ΤΣΠΕΤΕ και το ΤΑΠΑΕ να διατηρούν μέσες συντάξεις άνω των 1.430 ευρώ. Ακόμη και το ταμείο των Συνεταιρισμών (ΤΣΕΑΠΓΣΟ) περνά οριακά πάνω από τα 1.000 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι οι υψηλότερες παροχές συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό δικαιούχων.
Η άλλη όψη: συντάξεις που «κολλάνε» χαμηλά
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσά εντοπίζονται σε ειδικά καθεστώτα συμπληρωματικών συντάξεων και στον αγροτικό κόσμο. Ο ΟΓΑ εξακολουθεί να καταβάλλει κατά μέσο όρο μόλις 514 ευρώ για σύνταξη γήρατος, ενώ ακόμη χαμηλότερα κινούνται τα ειδικά τραπεζικά ταμεία τύπου ΕΤΑΤ, με ποσά που δεν ξεπερνούν τα 450–630 ευρώ. Οι συντάξεις αυτές δεν έλαβαν αυξήσεις, καθώς λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις κύριες παροχές.
Στα μεγάλα ταμεία μισθωτών, όπως το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το ΟΠΣ-ΙΚΑ (ν. 4387/2016), η μέση σύνταξη κυμαίνεται μεταξύ 850 και 960 ευρώ, τοποθετώντας εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους στη «γκρίζα ζώνη» των 700–1.000 ευρώ.
Ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν από τις αυξήσεις
Οι ονομαστικές αυξήσεις του 2026 ευνόησαν κυρίως όσους είχαν ήδη υψηλές συντάξεις. Έτσι, οι ανισότητες όχι μόνο δεν περιορίστηκαν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις διευρύνθηκαν. Αντίθετα, οι χαμηλοσυνταξιούχοι είδαν μικρές αυξήσεις που απορροφήθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον πληθωρισμό, χωρίς ουσιαστικό όφελος στην καθημερινότητά τους.
Στο τραπέζι νέο «πακέτο» στήριξης
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση εξετάζει την αύξηση –ακόμη και τον διπλασιασμό– του μόνιμου επιδόματος των 250 ευρώ που καταβάλλεται κάθε Νοέμβριο. Το σενάριο ανεβάσματος στα 400 ευρώ ή ακόμη και στα 500 ευρώ συνδέεται τόσο με τα δημοσιονομικά περιθώρια όσο και με πιθανή διεύρυνση των δικαιούχων ή μείωση του ηλικιακού ορίου.
Παράλληλα, επανέρχεται στο προσκήνιο η κατάργηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης (ΕΑΣ) στις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ, κάτι που θα οδηγούσε σε έμμεσες αυξήσεις από 3% έως 10% για περίπου 280.000 συνταξιούχους. Το συνολικό όφελος εκτιμάται σε 167 εκατ. ευρώ ετησίως.
Τι μένει ανοιχτό για το επόμενο διάστημα
Η αναμόρφωση της ΕΑΣ στις κύριες συντάξεις παραμένει σε εκκρεμότητα, καθώς οι κρατήσεις για συντάξεις άνω των 1.500 και 2.000 ευρώ θεωρούνται δυσανάλογες σε σχέση με τη φορολογία. Όλα δείχνουν ότι το ασφαλιστικό θα συνεχίσει να βρίσκεται στο επίκεντρο των παρεμβάσεων το 2026, με βασικό ζητούμενο όχι απλώς τις αυξήσεις, αλλά τη δικαιότερη κατανομή τους.
Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν οι επόμενες αποφάσεις θα καταφέρουν να κλείσουν την ψαλίδα ή αν οι χαμηλές συντάξεις θα συνεχίσουν να κινούνται μόνιμα στη σκιά των «χρυσών» ταμείων.


