Έρχονται δύο «βόμβες» για το στεγαστικό: Πώς θα πέσουν τα ενοίκια και ποιοι θα πάρουν επιδότηση εκατοντάδων εκατομμυρίων

Δύο μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις, που φιλοδοξούν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού στην αγορά κατοικίας, μπαίνουν στην τελική ευθεία και αναμένεται να ενεργοποιηθούν μέσα στους επόμενους μήνες. Πρόκειται για προγράμματα με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, τα οποία έχουν κοινό παρονομαστή την αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών, τόσο για ενοικίαση όσο και για ιδιοκατοίκηση, σε μια περίοδο όπου το στεγαστικό κόστος πιέζει έντονα τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει σε ένα πρόβλημα που έχει πάρει διαστάσεις κοινωνικού ζητήματος: περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών, υψηλά ενοίκια και χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν κλειστά ή ενεργειακά υποβαθμισμένα. Οι δύο παρεμβάσεις στοχεύουν ακριβώς σε αυτά τα «κενά» της αγοράς.


Το νέο «Ανακαινίζω»: 400 εκατ. ευρώ για σπίτια που μένουν κλειστά

Η πρώτη πρωτοβουλία αφορά το νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω» για ενοικίαση και ιδιοκατοίκηση, συνολικού προϋπολογισμού 400 εκατομμυρίων ευρώ. Η εκκίνηση του προγράμματος τοποθετείται χρονικά τον Μάιο, όπως έχει ήδη προαναγγελθεί από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης.

Η βασική φιλοσοφία του προγράμματος είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, το κράτος επιδοτεί την ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση κλειστών κατοικιών, με την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες τους θα τις διαθέσουν στη συνέχεια στην αγορά ενοικίασης σε προσιτές τιμές. Από την άλλη, δίνεται η δυνατότητα επιδότησης και σε ιδιοκατοικούμενα ακίνητα, τα οποία θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, βελτιώνοντας όμως την ενεργειακή τους απόδοση και τη συνολική ποιότητα διαβίωσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το μεγαλύτερο κομμάτι του προϋπολογισμού αναμένεται να κατευθυνθεί στο σκέλος της ανακαίνισης για ενοικίαση, καθώς εκεί εντοπίζεται και η μεγαλύτερη ανάγκη ενίσχυσης της προσφοράς κατοικιών. Ένα μέρος των κονδυλίων θα διατεθεί υποχρεωτικά για παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης, ενώ το υπόλοιπο θα μπορεί να καλύπτει εργασίες γενικότερης ανακαίνισης, όπως κουζίνες, μπάνια, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και στατική βελτίωση.


Ποιοι θα είναι οι δικαιούχοι – Τα εισοδηματικά όρια

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εισοδηματικά κριτήρια, τα οποία –όπως όλα δείχνουν– θα ευθυγραμμιστούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ». Πρόκειται για όρια που έχουν ήδη διευρυνθεί, ώστε να καλύπτουν όχι μόνο χαμηλά, αλλά και μεσαία εισοδήματα, αυξάνοντας σημαντικά τον αριθμό των δυνητικών δικαιούχων.

Ενδεικτικά, στο «Σπίτι μου ΙΙ» το ανώτατο εισόδημα για άγαμους ανέρχεται στις 25.000 ευρώ, για ζευγάρια στις 35.000 ευρώ, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Για τις μονογονεϊκές οικογένειες, το όριο φτάνει τις 39.000 ευρώ, επίσης με επιπλέον προσαύξηση για κάθε παιδί μετά το πρώτο. Η λογική είναι σαφής: να δοθεί πρόσβαση στη στήριξη και σε νοικοκυριά που μέχρι πρότινος έμεναν εκτός τέτοιων προγραμμάτων.


Κοινωνική Αντιπαροχή: Δημόσια γη, ιδιώτες κατασκευαστές και χαμηλά ενοίκια

Η δεύτερη μεγάλη παρέμβαση κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, αλλά με τον ίδιο τελικό στόχο: περισσότερα σπίτια στην αγορά. Εδώ το βάρος πέφτει στην αξιοποίηση δημόσιων εκτάσεων μέσω της πολιτικής της Κοινωνικής Αντιπαροχής.

Στο πλαίσιο αυτό, δημόσια ακίνητα θα παραχωρούνται σε κατασκευαστικές εταιρείες έπειτα από διαγωνιστικές διαδικασίες. Οι ιδιώτες θα αναλαμβάνουν την κατασκευή νέων κατοικιών, με αντάλλαγμα το δικαίωμα να διαθέσουν ένα μέρος του αποθέματος προς πώληση. Ωστόσο, υπάρχει σαφής κοινωνική δέσμευση: το 30% των κατοικιών που θα κατασκευάζονται θα πρέπει να διατίθεται υποχρεωτικά για μακροχρόνια μίσθωση με χαμηλό ενοίκιο.

Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος επιδιώκει να δημιουργήσει ένα σταθερό απόθεμα κατοικιών με ελεγχόμενο κόστος, χωρίς να επωμιστεί εξ ολοκλήρου το βάρος της κατασκευής. Σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό, το πρόγραμμα της Κοινωνικής Αντιπαροχής αναμένεται να ξεκινήσει μέσα στο καλοκαίρι.


Μπορούν αυτά τα μέτρα να αλλάξουν την αγορά;

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι δύο αυτές παρεμβάσεις αρκούν για να φέρουν ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών. Αν και κανένα μέτρο από μόνο του δεν μπορεί να λύσει το στεγαστικό πρόβλημα, η ταυτόχρονη ενεργοποίηση επιδοτήσεων ανακαίνισης και νέας οικοδομικής δραστηριότητας δημιουργεί προσδοκίες για αύξηση της προσφοράς σε πραγματικούς όρους.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι ιδιοκτήτες και οι κατασκευαστές θα ανταποκριθούν μαζικά στα κίνητρα. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενοι μήνες θεωρούνται καθοριστικοί για το μέλλον της στεγαστικής πολιτικής – και για χιλιάδες νοικοκυριά που αναζητούν μια πιο προσιτή στέγη.