Τα τελευταία χρόνια η εικόνα στο πεδίο των συντάξεων μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να έχει βελτιωθεί αισθητά. Η κυβέρνηση προχώρησε σε στοχευμένες παρεμβάσεις που έβαλαν τέλος στο χάος των καθυστερήσεων για τις κύριες συντάξεις, επιταχύνοντας δραστικά τις διαδικασίες απονομής. Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, οι κύριες συντάξεις εκδίδονται μέσα σε σαφώς μικρότερα χρονικά διαστήματα, αξιοποιώντας fast track μηχανισμούς που πριν λίγα χρόνια φάνταζαν αδιανόητοι. Παράλληλα, οι συνταξιούχοι είδαν πραγματικές αυξήσεις στα ποσά που λαμβάνουν, γεγονός που ενίσχυσε το αφήγημα της εξομάλυνσης του ασφαλιστικού συστήματος.
Όμως, πίσω από αυτή την εικόνα προόδου, κρύβεται ένα σοβαρό και επίμονο πρόβλημα: οι επικουρικές συντάξεις. Εκεί, η πραγματικότητα απέχει πολύ από τους ρυθμούς των κύριων παροχών. Παρά τις εξαγγελίες και τις προσπάθειες του υπουργείου Εργασίας να μειωθεί ο χρόνος αναμονής, οι επικουρικές εξακολουθούν να «σέρνονται» μέσα στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, αφήνοντας χιλιάδες δικαιούχους σε παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Η βασική αιτία αυτών των καθυστερήσεων δεν είναι μία. Από τη μία πλευρά, τα Ταμεία επικουρικής ασφάλισης αντιμετωπίζουν χρόνιο πρόβλημα υποστελέχωσης. Υπάλληλοι λιγοστοί, φακέλοι πολλοί και συχνά ελλιπή στοιχεία δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που μπλοκάρει τις διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, οι αλλαγές που έφερε το νέο θεσμικό πλαίσιο –γνωστό και ως «νέος Κατρούγκαλος»– άλλαξαν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος. Η κατάργηση του ΕΤΕΑΕΠ και η μετάβαση σε νέο μοντέλο επικουρικής ασφάλισης δημιούργησαν ένα μεταβατικό στάδιο γεμάτο τεχνικές και διοικητικές δυσκολίες.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που, ενώ στα χαρτιά έχει προχωρήσει, στην πράξη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ασφαλισμένων. Οι καθυστερήσεις στην έκδοση επικουρικών συντάξεων δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά κανόνα. Πολλοί συνταξιούχοι λαμβάνουν την κύρια σύνταξή τους και περιμένουν μήνες –ή και χρόνια– μέχρι να δουν την επικουρική να καταβάλλεται. Για ανθρώπους που έχουν ολοκληρώσει τον εργασιακό τους κύκλο και βασίζονται σε αυτά τα χρήματα για να καλύψουν βασικές ανάγκες, η αναμονή αυτή δεν είναι απλώς ενοχλητική· είναι εξοντωτική.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στα ενοποιημένα ταμεία του πρώην ΕΤΕΑΕΠ η εκκρεμότητα πληρωμών έχει σχεδόν μηδενιστεί για το 2025 και το 2026. Με άλλα λόγια, το «κεντρικό» πρόβλημα φαίνεται να έχει σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί. Αυτό, όμως, μεταφέρει πλέον το βάρος της ευθύνης αλλού: στα επιμέρους ταμεία επικουρικής ασφάλισης. Εκεί είναι που οι αιτήσεις «κολλάνε» και εκεί καλούνται οι αρμόδιες υπηρεσίες να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν.
Οι αριθμοί που έχουν παρουσιαστεί δημόσια είναι αποκαλυπτικοί. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η επικουρική σύνταξη καταβάλλεται με καθυστέρηση που αγγίζει ακόμη και τα τρία ή τέσσερα χρόνια μετά την απονομή της κύριας. Αυτά τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας: το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά δομικό. Πρόκειται για χρόνιες παθογένειες ενός συστήματος που δεν κατάφερε να εκσυγχρονιστεί με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα επίπεδα.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν έγιναν βήματα προόδου. Έγιναν, και μάλιστα σημαντικά, κυρίως στο μέτωπο των κύριων συντάξεων. Το ερώτημα είναι αν η ίδια αποφασιστικότητα θα υπάρξει και για τις επικουρικές. Χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς απλοποίηση διαδικασιών και χωρίς ουσιαστικό ψηφιακό μετασχηματισμό, οι καθυστερήσεις δύσκολα θα εξαλειφθούν.
Για τους συνταξιούχους, η διάκριση μεταξύ κύριας και επικουρικής σύνταξης έχει μικρή σημασία. Αυτό που μετρά είναι το συνολικό εισόδημα και η σταθερότητα στην καταβολή του. Όσο οι επικουρικές παραμένουν ο «φτωχός συγγενής» του συστήματος, η αίσθηση αδικίας θα μεγαλώνει. Και μαζί της, η πίεση προς την Πολιτεία να περάσει από τις εξαγγελίες στην πράξη, κλείνοντας μια πληγή που παραμένει ανοιχτή εδώ και χρόνια.



