Μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε βάρος χιλιάδων συνταξιούχων, οι οποίοι ενώ κερδίζουν δικαστικά τις διεκδικήσεις τους για τα αναδρομικά του 11μήνου, τελικά βλέπουν τα ποσά που καταλήγουν στην τσέπη τους να συρρικνώνονται δραματικά. Το ζήτημα επαναφέρει στο προσκήνιο με άρθρο-παρέμβασή του ο Αλέξης Μητρόπουλος, κάνοντας λόγο για μια νέα, έμμεση μορφή φορολογικής αφαίμαξης, η οποία –όπως υποστηρίζει– παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της δικαιοσύνης αλλά και το Σύνταγμα.
Παρότι τα ελληνικά δικαστήρια έχουν επανειλημμένα δικαιώσει τους συνταξιούχους που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη για τις αντισυνταγματικές περικοπές της περιόδου 2015–2016, η τελική εικόνα απέχει πολύ από την έννοια της αποκατάστασης. Οι αποφάσεις υποχρεώνουν τον ΕΦΚΑ να καταβάλει τα αναδρομικά, συχνά μάλιστα με νόμιμο τόκο 6% ετησίως. Ωστόσο, πριν τα χρήματα φτάσουν στους δικαιούχους, περνούν από ένα πυκνό «φίλτρο» κρατήσεων και φόρων, με αποτέλεσμα να χάνεται έως και το μισό του επιδικασθέντος ποσού.
Έξι κρατήσεις, μία απώλεια: πού χάνονται τα χρήματα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Αλέξης Μητρόπουλος, τα αναδρομικά του 11μήνου επιβαρύνονται σωρευτικά με έξι διαφορετικές κρατήσεις. Πρώτα επιβάλλεται εισφορά ασθένειας 6% επί του καθαρού ποσού των αναδρομικών, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι. Στη συνέχεια, εφαρμόζεται αυτοτελής φορολόγηση 20% στην πηγή, αφού πρώτα αφαιρεθεί η εισφορά ασθένειας.
Ακολουθεί η φορολόγηση των τόκων με συντελεστή 15%, ενώ επιβάλλεται και χαρτόσημο 3% επί του συνολικού ποσού των τόκων, μαζί με πρόσθετη κράτηση 0,6% υπέρ ΟΓΑ. Το τελικό –και ίσως πιο επιβαρυντικό– στάδιο έρχεται αργότερα, όταν ο συνταξιούχος καλείται να υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση για το έτος στο οποίο αναλογούν τα αναδρομικά, φορολογούμενος με τους ισχύοντες σήμερα συντελεστές, που συχνά ξεπερνούν το 20%.
Το αποτέλεσμα αυτής της αλυσίδας είναι προδιαγεγραμμένο: μεγάλα ποσά επιστρέφουν ουσιαστικά στο κράτος, παρά το γεγονός ότι τα δικαστήρια τα είχαν αναγνωρίσει ως παράνομα παρακρατηθέντα.
Δέκα χρόνια μετά, η δικαίωση αργεί – και κοστίζει
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η διαχείριση των περικοπών στα δώρα κύριας και επικουρικής σύνταξης που αφορούν το 11μηνο από τον Ιούνιο του 2015 έως τον Μάιο του 2016. Αν και οι περικοπές αυτές κρίθηκαν αντισυνταγματικές, η αποκατάστασή τους προχωρά με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία, δεν είναι λίγοι οι δικαιούχοι που έχουν πλέον αποβιώσει.
Οι κληρονόμοι τους βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν γραφειοκρατικό μαραθώνιο: πιστοποιητικά, δηλώσεις, δικαστικές αποφάσεις και φορολογικές υποχρεώσεις, όλα για να εισπράξουν τελικά ποσά αισθητά μειωμένα σε σχέση με εκείνα που είχαν αρχικά επιδικαστεί.
Όταν το κράτος δεν εφεσιβάλλει – αλλά παρακρατά
Σημαντική παράμετρος της υπόθεσης είναι το γεγονός ότι ο ΕΦΚΑ, τα τελευταία χρόνια, αποφεύγει να ασκήσει εφέσεις κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, ειδικά όταν τα ποσά είναι χαμηλά, συνήθως κάτω από 3.000 ευρώ. Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή του αντισυνταγματικού χαρακτήρα των περικοπών. Ωστόσο, όπως τονίζεται, η μη άσκηση ένδικων μέσων δεν σημαίνει και ουσιαστική δικαίωση, όταν το Δημόσιο «παίρνει πίσω» τα χρήματα μέσω της φορολογίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου που δικαιώνεται για 800 ευρώ αναδρομικά από τα δώρα του 11μήνου. Με τους τόκους 6% για την περίοδο 2017–2025, το συνολικό ποσό φτάνει τα 1.232 ευρώ. Μετά όμως τις κρατήσεις –εισφορά ασθένειας, φόρους, χαρτόσημα και τροποποιητική δήλωση– οι συνολικές αφαιρέσεις ξεπερνούν τα 528 ευρώ. Το τελικό ποσό που εισπράττεται μετά βίας αγγίζει τα 700 ευρώ.
Το αίτημα για αφορολόγητα αναδρομικά
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η ΕΝΥΠΕΚΚ επαναφέρει ένα σαφές αίτημα: τα μικρά ποσά των αναδρομικών του 11μήνου να καταβάλλονται χωρίς φορολόγηση. Όχι μόνο για όσους προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, αλλά και για τη μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων που επέλεξαν να μην κινηθούν νομικά, εμπιστευόμενοι τις κυβερνητικές δεσμεύσεις.
Όπως τονίζεται, η ουσιαστική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στη δικαστική απόφαση. Κρίνεται στο ποσό που τελικά λαμβάνει ο πολίτης. Και σήμερα, για χιλιάδες συνταξιούχους, αυτή η απόσταση παραμένει χαοτική.



