Σε τροχιά εξελίξεων μπαίνει ξανά ένα από τα πιο «καυτά» ζητήματα της τελευταίας δεκαετίας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο: η επαναφορά των Δώρων και συγκεκριμένα του 13ου και 14ου μισθού. Σύμφωνα με πληροφορίες, ολοκληρώθηκε η διάσκεψη του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προσφυγής που είχε καταθέσει η ΑΔΕΔΥ, με την τελική απόφαση να αναμένεται να δημοσιευτεί μέσα στον επόμενο μήνα.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θέμα που απασχολεί έντονα τόσο τους δημοσίους υπαλλήλους όσο και την κυβέρνηση, καθώς δεν πρόκειται απλώς για μια δικαστική διαμάχη, αλλά για μια απόφαση με σοβαρές δημοσιονομικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Πώς φτάσαμε ξανά στο ΣτΕ
Η συζήτηση για την επιστροφή των Δώρων δεν είναι καινούργια. Το φθινόπωρο του 2024, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έθεσε επισήμως το ζήτημα προς την κυβέρνηση, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο πιέσεων και παρεμβάσεων. Λίγο αργότερα, η ΑΔΕΔΥ προχώρησε σε αγωγή, η οποία εκδικάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις αρχές Ιουνίου του 2025.
Η συγκεκριμένη προσφυγή αποτέλεσε, ουσιαστικά, την πιο οργανωμένη θεσμική προσπάθεια των τελευταίων ετών για να επανεξεταστεί το καθεστώς που ισχύει από το 2013 και μετά, όταν τα Δώρα καταργήθηκαν πλήρως στο πλαίσιο των μνημονιακών περικοπών.
Το προηγούμενο του 2019 και το μεγάλο εμπόδιο
Ωστόσο, το δικαστικό τοπίο δεν είναι απλό. Το 2019, η Ολομέλεια του ΣτΕ είχε απορρίψει την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, με μια σειρά αποφάσεων που έκλεισαν – τότε – τη συζήτηση. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το 6ο Τμήμα του Δικαστηρίου είχε εκφράσει διαφορετική άποψη, τάσσοντας υπέρ της επαναφοράς, γεγονός που δείχνει ότι το θέμα ποτέ δεν έπαψε να διχάζει.
Σήμερα, με νέα δεδομένα στην οικονομία, αλλά και με διαφορετικές συνθήκες στα δημόσια οικονομικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, το ΣτΕ καλείται να σταθμίσει εκ νέου τόσο τη συνταγματική διάσταση όσο και τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης θετικής απόφασης.
Το κόστος και ο «πονοκέφαλος» του προϋπολογισμού
Η πλήρης επαναφορά των Δώρων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι απλή υπόθεση. Το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται περίπου στα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό για τον κρατικό προϋπολογισμό, ειδικά σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση προσπαθεί να διατηρήσει ισορροπίες και να τηρήσει τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Και αυτό δεν είναι το μοναδικό ζήτημα. Η επαναφορά των Δώρων στο Δημόσιο ανοίγει αυτομάτως και τον δρόμο για ένα ακόμη πιο «βαρύ» κεφάλαιο: τη σύνδεσή τους με τις συντάξεις. Αν τα Δώρα επιστρέψουν στους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους, το επόμενο αίτημα που θεωρείται βέβαιο ότι θα τεθεί είναι η μόνιμη επαναφορά τους και στους συνταξιούχους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ασφαλιστικά ταμεία.
Το σενάριο της «μερικής λύσης»
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, κερδίζει έδαφος ένα εναλλακτικό σενάριο: η μερική επαναφορά των Δώρων. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται η δυνατότητα καταβολής ενός επιπλέον ετήσιου μισθού – ουσιαστικά ενός 13ου μισθού – ύψους περίπου 1.000 ευρώ.
Πρόκειται για το ποσό που καταβαλλόταν στους δημοσίους υπαλλήλους την περίοδο 2010–2012, πριν την οριστική κατάργηση των Δώρων από το 2013. Ένα τέτοιο μοντέλο θα περιόριζε σημαντικά το δημοσιονομικό κόστος, ενώ ταυτόχρονα θα έδινε ένα σαφές οικονομικό όφελος στους εργαζόμενους, λειτουργώντας ως ενδιάμεση λύση.
Τι περιμένουν τώρα οι δημόσιοι υπάλληλοι
Όλα τα βλέμματα είναι πλέον στραμμένα στην απόφαση του ΣτΕ, η οποία αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για χιλιάδες εργαζόμενους στο Δημόσιο, δεν πρόκειται απλώς για μια δικαστική κρίση, αλλά για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει άμεσα το ετήσιο εισόδημά τους.
Είτε με πλήρη επαναφορά είτε με μια πιο περιορισμένη εκδοχή, το θέμα των Δώρων φαίνεται πως μπαίνει ξανά δυναμικά στην πολιτική και οικονομική ατζέντα. Και αυτή τη φορά, οι συνέπειες της απόφασης ενδέχεται να είναι καθοριστικές για το μέλλον των μισθών και των συντάξεων.



