Μια εκτεταμένη παρέμβαση στο πιο δύσκαμπτο και προβληματικό πεδίο της ελληνικής γραφειοκρατίας –τις μεταβιβάσεις ακινήτων– ετοιμάζεται να φέρει η κυβέρνηση, βάζοντας τέλος σε χρόνιες εκκρεμότητες που κρατούσαν «παγωμένα» χιλιάδες σπίτια, οικόπεδα και περιουσίες. Οι νέες ρυθμίσεις αγγίζουν τρία καίρια μέτωπα: τις διεκδικήσεις του Δημοσίου, τις μπλοκαρισμένες κληρονομιές και την υπερβολική γραφειοκρατία στα συμβόλαια.
Για δεκαετίες, πολίτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε δικαστικές διαμάχες με το κράτος, συχνά χωρίς να κατανοούν καν τον λόγο. Ακίνητα που είχαν αγοραστεί, κατοικηθεί ή κληρονομηθεί νόμιμα, αμφισβητούνταν επειδή το Δημόσιο επικαλούνταν έλλειψη τίτλων ή ακόμα και ιδιοκτησιακά δικαιώματα που ανάγονταν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το αποτέλεσμα; Ατελείωτες αγωγές, ανασφάλεια δικαίου και πλήρης αδυναμία αξιοποίησης της περιουσίας.
Με τις νέες διατάξεις, το κράτος αλλάζει γραμμή. Παραιτείται από διεκδικήσεις σε περιπτώσεις όπου πληρούνται συγκεκριμένα, ξεκάθαρα κριτήρια, ευθυγραμμισμένα με τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων. Έτσι, το Δημόσιο δεν θα προβάλλει αξιώσεις κυριότητας όταν ο ιδιώτης ή οι προκάτοχοί του έχουν μεταγράψει το ακίνητο πριν από το 1975. Δεν αρκεί απλή κατοχή ή χρησικτησία· απαιτείται επίσημη μεταγραφή, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια των συναλλαγών.
Επιπλέον, προστατεύονται όσοι εγκαταστάθηκαν σε ακίνητα κατόπιν υπόδειξης ή απόφασης δημόσιας αρχής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των προσφύγων που έλαβαν κατοικίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, συχνά με τίτλους που εκδόθηκαν χρόνια αργότερα. Παράλληλα, ακίνητα που παραχωρήθηκαν με προσωρινά παραχωρητήρια ή αντίστοιχους διοικητικούς τίτλους παύουν να θεωρούνται «καταπατημένα».
Οι αλλαγές αυτές έρχονται να βάλουν φρένο σε ακραία φαινόμενα του παρελθόντος, όπου το κράτος διεκδικούσε ολόκληρες περιοχές ή πολυκατοικίες, δημιουργώντας κοινωνική και οικονομική αναστάτωση. Μέχρι να ψηφιστεί το σχετικό νομοσχέδιο, έχει ήδη προβλεφθεί προσωρινή αναστολή νέων αγωγών και αναβολή των εκκρεμών υποθέσεων, ώστε να αποσυμφορηθεί το σύστημα.
Σημαντική ανάσα δίνεται και στο μέτωπο των κληρονομιών. Μέχρι σήμερα, για να πουληθεί ένα κληρονομημένο ακίνητο, έπρεπε προηγουμένως να έχει εξοφληθεί ο φόρος κληρονομιάς. Για πολλούς πολίτες, αυτό ήταν πρακτικά αδύνατο, καθώς δεν διέθεταν την απαιτούμενη ρευστότητα. Έτσι, ακίνητα παρέμεναν ανεκμετάλλευτα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εγκλωβίζονταν σε έναν φαύλο κύκλο.
Το νέο πλαίσιο ανατρέπει αυτή την πραγματικότητα. Ο φόρος κληρονομιάς θα μπορεί πλέον να εξοφλείται κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου. Ο συμβολαιογράφος θα υπολογίζει το οφειλόμενο ποσό, θα το παρακρατεί από το τίμημα της πώλησης και θα το αποδίδει απευθείας στο Δημόσιο, χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων πιστοποιητικό εξόφλησης. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος για χιλιάδες μεταβιβάσεις που μέχρι τώρα δεν μπορούσαν καν να ξεκινήσουν.
Παράλληλα, μειώνεται αισθητά η γραφειοκρατία στα συμβόλαια. Καταργείται η υποχρεωτική σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για μεταβιβάσεις ακινήτων εντός σχεδίου, όταν η περιοχή διαθέτει κυρωμένη πράξη εφαρμογής και λειτουργούν Κτηματολόγιο. Στις περιπτώσεις αυτές, τα απαραίτητα γεωγραφικά και πολεοδομικά στοιχεία προκύπτουν ήδη από τα κτηματολογικά φύλλα και την ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου, καθιστώντας το επιπλέον τοπογραφικό περιττό κόστος.
Το πακέτο αλλαγών ολοκληρώνεται με τη μετατροπή των συμβολαιογράφων σε πραγματικά «one stop shop» για τις μεταβιβάσεις. Μέσω διαλειτουργικότητας με την ΑΑΔΕ, οι απαλλαγές φόρων –όπως εκείνη της πρώτης κατοικίας– θα χορηγούνται αυτόματα, χωρίς πρόσθετες αιτήσεις και καθυστερήσεις. Ο συμβολαιογράφος θα αναλαμβάνει τη συλλογή δικαιολογητικών, την υποβολή δηλώσεων, την παρακράτηση και απόδοση φόρων και ασφαλιστικών οφειλών, καθώς και την πληρωμή τελών.
Όλες οι χρηματικές ροές θα περνούν από ειδικό ακατάσχετο λογαριασμό, ενώ οι πολίτες θα χρειάζεται να παρίστανται μόνο για την τελική υπογραφή. Αν οι ρυθμίσεις εφαρμοστούν όπως σχεδιάζονται, η αγορά ακινήτων μπαίνει σε μια νέα εποχή: λιγότερη ταλαιπωρία, περισσότερη ασφάλεια και –κυρίως– χιλιάδες ακίνητα που βγαίνουν επιτέλους από το «συρτάρι».



