Χιλιάδες πρώην εργαζόμενοι στο Δημόσιο βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με ένα δυσάρεστο –και εξαιρετικά δαπανηρό– ενδεχόμενο: να επιστρέψουν αναδρομικά ποσά που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τις 40.000 ευρώ. Το πρόβλημα αφορά συνταξιούχους που, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία, συνέχισαν να εργάζονται στον ίδιο φορέα, χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί σωστά η προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία.
Η υπόθεση έχει ήδη ανοίξει έναν νέο κύκλο έντονων αντιδράσεων, νομικών διεκδικήσεων και αβεβαιότητας, καθώς πολλοί από τους εμπλεκόμενους δηλώνουν ότι ουδέποτε έλαβαν σαφείς οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνουν μετά τη συνταξιοδότησή τους.
Ποιοι αφορά το ζήτημα
Στο επίκεντρο βρίσκονται πρώην δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι σε ΟΤΑ αλλά και σε ΔΕΚΟ, οι οποίοι από το 2015 και μετά βρέθηκαν να λαμβάνουν ταυτόχρονα σύνταξη και μισθό. Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η απασχόληση των συνταξιούχων –η οποία επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις– αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή συνεχίστηκε.
Σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες, μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης, οι εργαζόμενοι όφειλαν να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες: να ενημερώσουν εγκαίρως τα νομικά και διοικητικά τμήματα των φορέων τους και να επανενταχθούν μισθολογικά στο εισαγωγικό κλιμάκιο. Η μη τήρηση αυτής της διαδικασίας θεωρείται σήμερα ότι δημιούργησε αχρεωστήτως καταβληθείσες αποδοχές.
Γιατί ζητούνται τώρα τα χρήματα
Η «βόμβα» έσκασε μετά από σχετική εγκύκλιο του Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία ενεργοποίησε ελέγχους σε βάθος πενταετίας. Με βάση το ισχύον πλαίσιο, το Δημόσιο μπορεί να αναζητήσει αναδρομικά ποσά που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη βάση, οδηγώντας έτσι σε απαιτήσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
Ήδη, δεκάδες υποθέσεις έχουν φτάσει στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, με τους συνταξιούχους να αμφισβητούν τις αξιώσεις επιστροφής. Βασικό τους επιχείρημα είναι ότι ενήργησαν καλή τη πίστει και χωρίς επαρκή διοικητική καθοδήγηση, θεωρώντας ότι το καθεστώς απασχόλησής τους ήταν νόμιμο.
Η κρίσιμη γνωμοδότηση
Καθοριστική για τις εξελίξεις θεωρείται και η πρόσφατη γνωμοδότηση του Υπουργείο Εργασίας προς τον ΕΦΚΑ. Σε αυτήν ξεκαθαρίζεται ότι η προβλεπόμενη διαδικασία είναι σαφής: πρώτα λύνεται η εργασιακή σχέση και στη συνέχεια χορηγείται η σύνταξη. Μόνο σε ορισμένες ΔΕΚΟ προβλέπονται εξαιρέσεις, εφόσον οι εσωτερικοί κανονισμοί τους ορίζουν διαφορετικό καθεστώς.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύει τη θέση των ελεγκτικών αρχών και δυσχεραίνει τη θέση όσων ζητούν να ακυρωθούν οι καταλογισμοί.
Τι λέει επίσημα το Ελεγκτικό Συνέδριο
Σε έγγραφο της Υπηρεσίας Επιτρόπου «Πολυθεσία – Αποδοχές» (αριθ. 35791, 9 Ιουνίου 2023), διευκρινίζεται ότι οι συνταξιούχοι της γενικής κυβέρνησης που συνεχίζουν να εργάζονται στον ίδιο φορέα δικαιούνται σύνταξη –με τις προβλεπόμενες μειώσεις– αλλά μισθολογικά αμείβονται αποκλειστικά βάσει του εισαγωγικού κλιμακίου.
Με απλά λόγια, η προηγούμενη υπηρεσιακή εξέλιξη «μηδενίζεται» για μισθολογικούς σκοπούς, καθώς έχει ήδη αξιοποιηθεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Ο νόμος-κλειδί
Η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται στον νόμο 4354/2015, ο οποίος απαγορεύει την αναγνώριση προϋπηρεσίας όταν αυτή έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για σύνταξη ή άλλη οικονομική παροχή. Η ίδια επαγγελματική διαδρομή δεν μπορεί, δηλαδή, να αποφέρει διπλό οικονομικό όφελος.
Τι εξετάζεται από εδώ και πέρα
Το Υπουργείο Εργασίας επεξεργάζεται πλέον ένα ενιαίο πλαίσιο για όλες τις μορφές απασχόλησης συνταξιούχων, με στόχο να μπει τέλος στις γκρίζες ζώνες που οδηγούν σε τέτοιες συγκρούσεις. Ωστόσο, οι νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι οι δικαστικές μάχες θα συνεχιστούν, καθώς τα ποσά είναι μεγάλα και οι προσωπικές συνέπειες για τους συνταξιούχους ιδιαίτερα σοβαρές.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το θέμα των «διπλών αποδοχών» μόλις άνοιξε – και αναμένεται να απασχολήσει έντονα τόσο τη Δικαιοσύνη όσο και την πολιτική ηγεσία το επόμενο διάστημα.



