Μια από τις πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στην καθημερινή σχέση του πολίτη με το κράτος επιχειρεί να φέρει το νέο νομοσχέδιο για τη μείωση της γραφειοκρατίας, που προωθεί η κυβέρνηση. Στόχος του δεν είναι απλώς η απλοποίηση διαδικασιών, αλλά μια συνολικότερη αλλαγή φιλοσοφίας: λιγότερη καχυποψία απέναντι στον πολίτη, περισσότερη ταχύτητα, διαφάνεια και λογοδοσία από τη Διοίκηση.
Η ανάγκη για μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν προέκυψε ξαφνικά. Παρότι τα προηγούμενα χρόνια έγιναν βήματα –με τη μαζική ψηφιοποίηση υπηρεσιών μέσω του gov.gr, την αναβάθμιση τηλεφωνικών γραμμών εξυπηρέτησης, την είσοδο της αξιολόγησης στο Δημόσιο και τη μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών σε πιο ευέλικτους φορείς– η πραγματικότητα παραμένει σκληρή για πολλούς πολίτες. Ουρές, πιστοποιητικά που ζητούνται ξανά και ξανά, υπηρεσίες που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και αποφάσεις που καθυστερούν χωρίς σαφή εξήγηση εξακολουθούν να ταλαιπωρούν χιλιάδες ανθρώπους.
Το νέο σχέδιο νόμου επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτά τα σημεία τριβής. Δεν βασίζεται σε θεωρητικές διακηρύξεις, αλλά σε πραγματικά δεδομένα: εκθέσεις ανεξάρτητων αρχών, προτάσεις βουλευτών, παράπονα πολιτών και καταγγελίες που καταγράφηκαν σε επίσημες πλατφόρμες. Από αυτή την επεξεργασία προέκυψαν συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε 14 κρίσιμες διαδικασίες, με κοινό παρονομαστή την προστασία του πολίτη από αυθαιρεσίες και άσκοπη ταλαιπωρία.
Μία από τις πιο ουσιαστικές αλλαγές αφορά τα πιστοποιητικά. Η λογική είναι απλή: όσο το κράτος δεν έχει πλήρη διαλειτουργικότητα, ο πολίτης δεν θα υποχρεώνεται να προσκομίζει έγγραφα που ήδη υπάρχουν σε κάποια δημόσια βάση δεδομένων. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαδικασία θα ξεκινά και θα ολοκληρώνεται με υπεύθυνη δήλωση, ενώ ο έλεγχος θα γίνεται εκ των υστέρων. Αν αποδειχθεί ότι η δήλωση ήταν ψευδής, η πράξη θα ανακαλείται και οι κυρώσεις θα είναι αυστηρές και αναλογικές με το όφελος που επιδιώχθηκε. Παράλληλα, όσοι έχουν καταδικαστεί στο παρελθόν για ανακριβείς δηλώσεις δεν θα μπορούν να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο χρόνιο ζήτημα των διεκδικήσεων ακινήτων από το Δημόσιο. Χιλιάδες πολίτες έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με αγωγές για περιουσίες που κατέχουν επί δεκαετίες, συχνά χωρίς το κράτος να διαθέτει σαφείς τίτλους. Το νέο πλαίσιο θέτει αυστηρές προϋποθέσεις ώστε το Δημόσιο να μην προχωρά σε αμφισβητήσεις χωρίς αποδείξεις, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται ότι δεν «χαρίζονται» ακίνητα μεγάλης αξίας. Προστατεύονται οι περιπτώσεις κατοικιών με παλαιούς τίτλους, παραχωρητήρια ή εγκατάσταση κατόπιν κρατικής υπόδειξης, ενώ εξαιρούνται ρητά αιγιαλοί, αρχαιολογικοί χώροι και εκτάσεις που καλύπτονται από τη δασική νομοθεσία.
Σημαντική τομή αποτελεί και η δυνατότητα του πολίτη να παρακολουθεί ηλεκτρονικά την πορεία της υπόθεσής του. Μέσα από ειδική πλατφόρμα θα γνωρίζει ποιος υπάλληλος τη χειρίζεται, σε ποιο στάδιο βρίσκεται και ποιος είναι ο εκτιμώμενος χρόνος διεκπεραίωσης. Έτσι περιορίζεται η αίσθηση αδιαφάνειας και η αγωνία ότι «ο φάκελος χάθηκε».
Αλλαγές έρχονται και στη δημοσιότητα των εγκυκλίων. Στο εξής, μια εγκύκλιος θα ισχύει μόνο εφόσον είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα του αρμόδιου φορέα, ώστε ο πολίτης να βρίσκει εύκολα την ισχύουσα οδηγία και όχι παρωχημένες ερμηνείες. Παράλληλα, τα ωράρια λειτουργίας των υπηρεσιών θα αναρτώνται υποχρεωτικά, για να σταματήσει το φαινόμενο των «κλειστών θυρών».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναβάθμιση του ρόλου των συμβολαιογράφων στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Η διαδικασία μετατρέπεται ουσιαστικά σε one-stop-shop: ο πολίτης θα πηγαίνει στο γραφείο για την υπογραφή, ενώ όλη η προεργασία, οι δηλώσεις και οι πληρωμές θα γίνονται κεντρικά, εξοικονομώντας χρόνο και άγχος.
Το νομοσχέδιο ενισχύει επίσης τη χρήση πιστοποιημένων επαγγελματιών σε κρίσιμες λειτουργίες του Δημοσίου, ένα μοντέλο που ήδη έχει αποδώσει στον τομέα των συντάξεων. Η εμπειρία δείχνει ότι, με σωστό πλαίσιο και έλεγχο, τέτοιες λύσεις μειώνουν δραστικά τις καθυστερήσεις χωρίς να επιβαρύνουν τον πολίτη.
Τέλος, μπαίνει τάξη και στη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Θεσπίζεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και αρμόδιο όργανο ελέγχου, ώστε το κράτος να μην αγνοεί αποφάσεις εις βάρος του, μια πρακτική που υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Το μήνυμα της κυβέρνησης είναι σαφές: η μάχη με το «βαθύ κράτος» δεν τελειώνει με έναν νόμο. Όμως, με στοχευμένες παρεμβάσεις, κοινή λογική και πολιτική επιμονή, μπορεί να γίνει ένα ουσιαστικό βήμα ώστε ο πολίτης να πάψει να αισθάνεται ανυπεράσπιστος απέναντι στη γραφειοκρατία. Το αν το νέο πλαίσιο θα φέρει την πραγματική αλλαγή, θα φανεί –όπως πάντα– στην εφαρμογή.



