Στο προσκήνιο επιστρέφει δυναμικά το σενάριο δημιουργίας ενός νέου χρηματοδοτικού εργαλείου για τις μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, με τις ελληνικές αρχές να εξετάζουν πλέον σοβαρά την ενεργοποίηση σχετικής Παρέμβασης. Πρόκειται για μια κίνηση που, αν τελικά προχωρήσει, δεν αποκλείεται να αποκτήσει και έντονο πολιτικό αποτύπωμα, καθώς θα μπορούσε να ενταχθεί στην ευρύτερη προεκλογική στρατηγική της κυβέρνησης, παράλληλα με ένα νέο «Μέτρο 23», με στόχο την οικονομική ανάσα σε μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.
Η φιλοσοφία του υπό σχεδιασμό προγράμματος φαίνεται να πατά σε γνώριμα μονοπάτια, καθώς οι πρώτες πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι το τεχνικό του πλαίσιο θα θυμίζει έντονα το πρόγραμμα των Νέων Αγροτών. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες –και κυρίως τα ποσά– είναι αυτές που θα κάνουν τη διαφορά.
Ποιοι μπαίνουν στο στόχαστρο του νέου μέτρου
Σύμφωνα με όσα διαρρέουν από υπηρεσιακές πηγές και μεταφέρει το agronews.gr, βασικός κορμός της δράσης θα είναι η υποχρέωση κατάθεσης ενός συγκεκριμένου και απολύτως ρεαλιστικού επιχειρηματικού σχεδίου. Το business plan θα πρέπει να αποτυπώνει με σαφήνεια τη στρατηγική ανάπτυξης της εκμετάλλευσης σε ορίζοντα τριών έως πέντε ετών, στοιχείο που δείχνει ότι το μέτρο δεν θα έχει καθαρά επιδοματικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, θα τίθενται δεσμεύσεις για αύξηση του μεγέθους της εκμετάλλευσης, με βάση την Τυπική Απόδοση, ενώ οι δικαιούχοι θα πρέπει να διατηρήσουν την ιδιότητα του κατ’ επάγγελμα αγρότη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με απλά λόγια, το κράτος θα ζητά ανταλλάγματα: όποιος ενισχύεται, θα πρέπει να αποδείξει ότι παραμένει ενεργός και παραγωγικός στον πρωτογενή τομέα.
Το «κλειδί» της Τυπικής Απόδοσης
Καθοριστικό ρόλο για την ένταξη στο πρόγραμμα θα παίξει –όπως όλα δείχνουν– η Τυπική Απόδοση της εκμετάλλευσης. Αυτή είναι και η παράμετρος που θα ορίζει αν μια μονάδα θεωρείται μικρή και, άρα, επιλέξιμη.
Τα επικρατέστερα σενάρια κάνουν λόγο για όριο μεταξύ 8.000 και 12.000 ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι τα 12.000 ευρώ αποτελούν ήδη το ανώτατο πλαφόν τόσο στο πρόγραμμα Νέων Αγροτών όσο και στα Σχέδια Βελτίωσης. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο μέσος όρος Τυπικής Απόδοσης των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα διαμορφώνεται μόλις στα 7.131 ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού κινείται οριακά κάτω από τα πιθανά όρια ένταξης.
Λιγότερα χρήματα, περισσότεροι δικαιούχοι
Σε αντίθεση με το πρόγραμμα Νέων Αγροτών, όπου οι ενισχύσεις έφταναν από 30.000 έως και 44.000 ευρώ, το νέο μέτρο δεν αναμένεται να κινηθεί σε τόσο υψηλά επίπεδα. Παρότι το κοινοτικό πλαίσιο επιτρέπει θεωρητικά επιδότηση έως 75.000 ευρώ, οι δημοσιονομικές ισορροπίες οδηγούν σε πιο «προσγειωμένα» ποσά.
Τα πιο ρεαλιστικά σενάρια μιλούν για ενίσχυση της τάξης των 15.000 έως 20.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση. Το πλάνο αυτό βασίζεται στα περίπου 170 εκατ. ευρώ που έμειναν αδιάθετα από την τελευταία πρόσκληση των Νέων Αγροτών. Με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να στηριχθούν περίπου 10.000 μικρές αγροτικές μονάδες, αριθμός ιδιαίτερα σημαντικός για τα δεδομένα της ελληνικής υπαίθρου.
Ωστόσο, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Η «εξίσωση» κλείνει μόνο εφόσον τα αδιάθετα κονδύλια δεν κατευθυνθούν σε άλλες, πιο πιεστικές ανάγκες. Επιπλέον, η ενεργοποίηση του μέτρου εξαρτάται άμεσα από τα ταμειακά διαθέσιμα του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο καθυστερήσεων ή αλλαγών της τελευταίας στιγμής.
Τι μας δίδαξε το παρελθόν
Δεν πρόκειται για παρθένο έδαφος. Την περίοδο 2014–2022 εφαρμόστηκε στη χώρα το Μέτρο 6.3 «Ανάπτυξη μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων». Με προϋπολογισμό 70 εκατ. ευρώ και ενίσχυση 14.000 ευρώ ανά δικαιούχο, το πρόγραμμα αυτό κάλυψε περίπου 5.000 αγρότες.
Η εμπειρία εκείνης της περιόδου, ωστόσο, έδειξε ότι το μέτρο λειτούργησε περισσότερο ως κοινωνική και εισοδηματική στήριξη και λιγότερο ως μοχλός ουσιαστικής ανάπτυξης. Αυτός είναι και ο βασικός προβληματισμός σήμερα: αν το νέο πρόγραμμα θα καταφέρει να αλλάξει πραγματικά το παραγωγικό αποτύπωμα των μικρών εκμεταλλεύσεων ή αν θα περιοριστεί σε έναν ρόλο «οικονομικού επιδόματος».
Το βέβαιο είναι ότι οι μικροί αγρότες βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο. Το αν η υπόσχεση θα μεταφραστεί σε ουσιαστική ευκαιρία ή σε ακόμα μία χαμένη προσδοκία, μένει να φανεί τους επόμενους μήνες.



