Η υπόθεση των στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Χιλιάδες οικογένειες που εδώ και χρόνια βλέπουν τις δόσεις τους να «χορεύουν» στον ρυθμό της ισοτιμίας ευρώ–φράγκου, βρίσκονται πλέον μπροστά σε μια νέα κυβερνητική πρωτοβουλία. Στις 19 Φεβρουαρίου ενεργοποιείται η ηλεκτρονική πλατφόρμα μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να εκδώσουν πιστοποιητικό ένταξης στη ρύθμιση.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι απλό και κρίσιμο: πρόκειται για ουσιαστική λύση ή για μια παρέμβαση περιορισμένης εμβέλειας;
Η έναρξη της διαδικασίας
Η ψηφιακή πλατφόρμα που τίθεται σε λειτουργία επιτρέπει στους δανειολήπτες με στεγαστικά σε ελβετικό φράγκο να ξεκινήσουν τη διαδικασία υπαγωγής στο νέο καθεστώς ρύθμισης. Το βασικό βήμα είναι η έκδοση ειδικού πιστοποιητικού, απαραίτητου για να εξεταστεί η αίτηση ένταξης.
Η ενεργοποίηση της εφαρμογής σηματοδοτεί το πέρασμα από τις ανακοινώσεις στην πράξη. Ωστόσο, η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από τη συμμετοχή και το κατά πόσο οι όροι ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των οφειλετών.
Ποιους αφορά η ρύθμιση
Στο πεδίο εφαρμογής εντάσσονται όσοι έλαβαν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο κατά την περίοδο 2006–2009 και εξακολουθούν να έχουν υπόλοιπο οφειλής. Δεν έχει σημασία αν το δάνειο παραμένει στην τράπεζα ή έχει μεταβιβαστεί σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (servicer). Το βασικό κριτήριο είναι η ύπαρξη ενεργής οφειλής.
Πρόκειται για δανειολήπτες που, στην πλειονότητά τους, επέλεξαν το ελβετικό νόμισμα λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων της εποχής. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορούσε να προβλέψει την εκρηκτική ανατίμηση του φράγκου που ακολούθησε.
Η εικόνα των «ανοιχτών» δανείων
Από τα περίπου 57.000 στεγαστικά σε ελβετικό φράγκο που είχαν χορηγηθεί εκείνη την περίοδο, περίπου 19.000 έχουν εξοφληθεί πλήρως. Σήμερα παραμένουν ενεργά περίπου 38.000 δάνεια.
Από αυτά:
-
20.625 βρίσκονται ακόμη στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών
-
17.442 έχουν μεταφερθεί σε servicers
Η κατανομή αυτή είναι καθοριστική για την απορρόφηση της ρύθμισης, καθώς τα χαρακτηριστικά των δανείων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των δύο κατηγοριών.
Ποιοι θεωρούνται οι βασικοί «υποψήφιοι»
Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι μεγαλύτερη πιθανότητα συμμετοχής έχουν περίπου 21.000 δανειολήπτες που εξακολουθούν να εξυπηρετούν κανονικά τα δάνειά τους στις τράπεζες. Πρόκειται κυρίως για «ενήμερα» δάνεια, όπου οι οφειλέτες επιθυμούν σταθερότητα και μείωση επιβάρυνσης.
Αντίθετα, στα δάνεια που έχουν περάσει σε servicers η εικόνα είναι διαφορετική. Τα περισσότερα είναι μη εξυπηρετούμενα («κόκκινα») και οι οφειλέτες τους έχουν ήδη πρόσβαση σε εργαλεία όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών. Αυτό περιορίζει το κίνητρο ένταξης στη νέα διαδικασία.
Τι προσφέρει η νέα ρύθμιση
Το βασικό «δέλεαρ» είναι διπλό:
-
Μείωση οφειλής (κούρεμα) από 15% έως και 50%, με κλιμάκωση βάσει εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων.
-
Σταθερό επιτόκιο μεταξύ 2,3% και 2,9%, που αποσκοπεί στη θωράκιση των δανειοληπτών από μελλοντικές διακυμάνσεις.
Η λογική της παρέμβασης είναι σαφής: μετατροπή ενός δανείου με συναλλαγματικό ρίσκο σε προβλέψιμη και σταθερή υποχρέωση, με μειωμένο κεφάλαιο και ελεγχόμενο κόστος εξυπηρέτησης.
Γιατί ο αντίκτυπος θεωρείται περιορισμένος
Παρά τα ευνοϊκά στοιχεία, η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης αμφισβητείται. Οι λόγοι είναι πολλοί:
-
Σχεδόν το ένα τρίτο των αρχικών δανείων έχει ήδη αποπληρωθεί.
-
Σημαντικό ποσοστό των υπολοίπων βρίσκεται εκτός τραπεζικών ισολογισμών.
-
Πολλοί δανειολήπτες έχουν επιλέξει τη δικαστική διεκδίκηση, προσδοκώντας ευνοϊκές αποφάσεις.
-
Υπάρχουν ήδη εναλλακτικές διαδικασίες ρύθμισης για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Με άλλα λόγια, η δεξαμενή των πραγματικά «διαθέσιμων» για ένταξη δανείων είναι μικρότερη από ό,τι δείχνει ο συνολικός αριθμός.
Η πραγματική οικονομική επιβάρυνση
Το μεγάλο πρόβλημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο δεν ήταν το αρχικό επιτόκιο, αλλά η συναλλαγματική ανατίμηση. Σύμφωνα με οικονομοτεχνικές αναλύσεις, η διαφορά κόστους σε σχέση με αντίστοιχα δάνεια σε ευρώ είναι εντυπωσιακή.
Για παράδειγμα:
-
Σε στεγαστικό 100.000 ευρώ με διάρκεια 20 ετών, η πρόσθετη επιβάρυνση εκτιμάται περίπου στις 33.000 ευρώ.
-
Σε δάνειο 200.000 ευρώ, η διαφορά μπορεί να φτάσει τις 66.000 ευρώ.
Τα ποσά αυτά αποτυπώνουν το βάρος που επωμίστηκαν τα νοικοκυριά λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας και εξηγούν γιατί το ζήτημα παραμένει ανοιχτό επί σειρά ετών.
Τελική αποτίμηση
Η νέα πλατφόρμα δημιουργεί ένα θεσμικό πλαίσιο εξόδου για χιλιάδες δανειολήπτες. Προσφέρει μείωση κεφαλαίου και σταθερότητα επιτοκίου — δύο κρίσιμους παράγοντες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μιας στεγαστικής υποχρέωσης.
Ωστόσο, η πραγματική εμβέλεια της παρέμβασης θα φανεί στην πράξη. Το αν θα μετατραπεί σε μαζική λύση ή θα αφορά περιορισμένο αριθμό δανειοληπτών εξαρτάται από τα κίνητρα, τις εναλλακτικές επιλογές και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο νέο σχήμα.
Ένα είναι βέβαιο: για όσους συνεχίζουν να πληρώνουν ένα δάνειο που «φούσκωσε» απρόβλεπτα, η 19η Φεβρουαρίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι πιθανόν μια δεύτερη ευκαιρία.



