Το «παράθυρο» που μπορεί να αυξήσει σημαντικά τη σύνταξή σας
Πολλοί ασφαλισμένοι που πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση αναρωτιούνται αν αξίζει να παραμείνουν στην εργασία για λίγο περισσότερο χρόνο. Η απάντηση, σε αρκετές περιπτώσεις, είναι ξεκάθαρα θετική. Ο λόγος είναι ότι το σύστημα υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης δίνει ιδιαίτερα σημαντικές αυξήσεις σε συγκεκριμένα έτη ασφάλισης.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο που καθιερώθηκε με τον νόμο 4670/2020, γνωστό και ως νόμο Βρούτση, το ποσοστό αναπλήρωσης –δηλαδή το ποσοστό του μισθού που μετατρέπεται σε σύνταξη– αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει ο συνολικός χρόνος ασφάλισης. Ωστόσο, η μεγαλύτερη «απόδοση» για τον ασφαλισμένο εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο: από τα 36 έως τα 40 χρόνια ασφάλισης.
Αυτό σημαίνει ότι όσοι βρίσκονται κοντά σε αυτά τα όρια μπορούν να δουν αισθητή διαφορά στο τελικό ποσό της σύνταξής τους αν επιλέξουν να εργαστούν ακόμη έναν χρόνο.
Πώς αυξάνεται το ποσοστό αναπλήρωσης
Το ποσοστό αναπλήρωσης αποτελεί βασικό παράγοντα στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης. Όσο υψηλότερο είναι, τόσο μεγαλύτερο μέρος των αποδοχών του εργαζομένου μετατρέπεται σε μηνιαία σύνταξη.
Με βάση τη νομοθεσία, η αύξηση του ποσοστού δεν είναι ίδια σε όλα τα έτη ασφάλισης. Σε ορισμένα χρονικά διαστήματα η προσαύξηση είναι μικρότερη, ενώ σε άλλα είναι αισθητά μεγαλύτερη.
Για παράδειγμα, όταν ένας ασφαλισμένος περνά από τα 30 στα 31 έτη ασφάλισης, το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται κατά περίπου 1,81%. Αυτό σημαίνει ότι από το 26,54% φτάνει στο 28,35%.
Αντίστοιχα, η μετάβαση από τα 32 στα 33 χρόνια ασφάλισης φέρνει αύξηση της τάξης του 1,98%, με το ποσοστό να ανεβαίνει από το 30,33% στο 32,31%.
Παρότι οι αυξήσεις αυτές είναι σημαντικές, δεν συγκρίνονται με το όφελος που εμφανίζεται στα επόμενα χρόνια ασφάλισης.
Η μεγάλη διαφορά μετά τα 35 χρόνια
Η εικόνα αλλάζει αισθητά όταν ο χρόνος ασφάλισης ξεπερνά τα 35 έτη. Σε αυτό το σημείο το ποσοστό αναπλήρωσης αρχίζει να αυξάνεται με μεγαλύτερο ρυθμό.
Στα 35 χρόνια ασφάλισης, το ποσοστό φτάνει στο 37,31%. Αν ο εργαζόμενος παραμείνει στην εργασία και συμπληρώσει ένα ακόμη έτος, στα 36 χρόνια, το ποσοστό ανεβαίνει στο 39,81%. Η αύξηση αυτή αγγίζει περίπου το 2,5%, κάτι που μεταφράζεται σε σημαντικό όφελος για το τελικό ποσό της σύνταξης.
Με άλλα λόγια, το κάθε επιπλέον έτος εργασίας σε αυτό το σημείο μπορεί να προσθέσει αισθητά περισσότερα χρήματα στη μελλοντική μηνιαία σύνταξη.
Το πιο κερδοφόρο διάστημα: 36 έως 40 χρόνια ασφάλισης
Το πραγματικά μεγάλο πλεονέκτημα εμφανίζεται μεταξύ 36 και 40 ετών ασφάλισης. Σε αυτή την περίοδο, το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται σταθερά κατά περίπου 2,55% για κάθε επιπλέον χρόνο εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι ένας ασφαλισμένος που έχει ήδη συμπληρώσει 36 χρόνια ασφάλισης βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό σημείο. Με κάθε επιπλέον χρόνο εργασίας, το ποσοστό που καθορίζει την ανταποδοτική του σύνταξη ανεβαίνει σημαντικά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι από το 39,81% στα 36 χρόνια ασφάλισης, το ποσοστό μπορεί να φτάσει περίπου στο 50,01% όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει 40 χρόνια.
Η διαφορά αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε αρκετές δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες ευρώ περισσότερα κάθε μήνα, ανάλογα με τις αποδοχές που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
Γιατί πολλοί επιλέγουν να δουλέψουν λίγο περισσότερο
Το συγκεκριμένο «παράθυρο» των 36 έως 40 ετών ασφάλισης έχει γίνει ιδιαίτερα σημαντικό για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση. Πολλοί εργαζόμενοι εξετάζουν πλέον πιο προσεκτικά το ενδεχόμενο να παραμείνουν στην εργασία ακόμη έναν ή δύο επιπλέον χρόνους.
Η απόφαση αυτή μπορεί να αυξήσει σημαντικά το τελικό ποσό της σύνταξης, καθώς το ποσοστό αναπλήρωσης μεγαλώνει πιο γρήγορα σε σχέση με προηγούμενα έτη ασφάλισης.
Παράλληλα, η αύξηση αυτή λειτουργεί σωρευτικά. Δηλαδή, κάθε επιπλέον έτος δεν προσθέτει μόνο το αντίστοιχο ποσοστό, αλλά επηρεάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη.
Τι πρέπει να προσέξουν οι ασφαλισμένοι
Όσοι βρίσκονται κοντά στα 35 ή 36 χρόνια ασφάλισης καλό είναι να εξετάζουν προσεκτικά τα δεδομένα πριν καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης. Σε πολλές περιπτώσεις, η παραμονή στην εργασία για έναν ακόμη χρόνο μπορεί να κάνει αισθητή διαφορά στο τελικό ποσό που θα λαμβάνουν κάθε μήνα.
Η σωστή ενημέρωση για τον χρόνο ασφάλισης, τις αποδοχές και το ποσοστό αναπλήρωσης είναι κρίσιμη για τον ακριβή υπολογισμό της σύνταξης.
Σε κάθε περίπτωση, το διάστημα μεταξύ 36 και 40 ετών θεωρείται από πολλούς ειδικούς το πιο αποδοτικό σημείο του συστήματος υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης.



