Αντιδράσεις προκαλεί η επέκταση της προσωπικής διαφοράς στους νεοδιοριζόμενους δημοσίους υπαλλήλους. Ποιοι κερδίζουν αυξήσεις, ποιοι μένουν πίσω και γιατί το όριο των 300 ευρώ θεωρείται άδικο.
Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς σε χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1η Απριλίου 2023 φέρνει αυξήσεις στις αποδοχές, αλλά και έντονες αντιδράσεις για το ανώτατο όριο των 300 ευρώ που προβλέπει η νέα ρύθμιση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η διάταξη, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 53 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, αφορά έως και 10.000 εργαζόμενους σε 17 φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου. Παρότι θεωρείται ότι αποκαθιστά μια μακροχρόνια μισθολογική εκκρεμότητα, συνδικαλιστικοί φορείς και εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι το πλαφόν των 300 ευρώ διατηρεί σημαντικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων που εργάζονται στις ίδιες υπηρεσίες αλλά προσλήφθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Έντονες αντιδράσεις στη διαβούλευση
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας διαβούλευσης, όπου κατατέθηκαν 611 σχόλια. Οι περισσότερες παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν στο ανώτατο όριο της προσωπικής διαφοράς, με τους συμμετέχοντες να υποστηρίζουν ότι αλλοιώνει τον βασικό στόχο της ρύθμισης.
Όπως επισημαίνουν, σε προηγούμενες νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως το άρθρο 45 του νόμου 4569/2018 και το άρθρο 64 του νόμου 5042/2023, η επέκταση της προσωπικής διαφοράς δεν συνοδευόταν από αντίστοιχους περιορισμούς.
Τι είναι η προσωπική διαφορά
Η προσωπική διαφορά θεσπίστηκε με το ενιαίο μισθολόγιο του 2015 ως μηχανισμός προστασίας των αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων που θα έβλεπαν μειώσεις μετά την εφαρμογή του νέου συστήματος αμοιβών.
Για αρκετά χρόνια, ωστόσο, λειτουργούσε ως εργαλείο συμψηφισμού με τις μισθολογικές ωριμάνσεις, με αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να μην βλέπουν πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς τους παρά την υπηρεσιακή τους εξέλιξη.
Το 2025 πραγματοποιήθηκε η πρώτη σημαντική αλλαγή, καθώς θεσπίστηκε μη συμψηφιζόμενη προσωπική διαφορά έως 300 ευρώ, ενώ για μεγαλύτερα ποσά προβλέφθηκαν μειωμένοι συμψηφισμοί. Η νέα ρύθμιση επεκτείνει το δικαίωμα αυτό και στους νεότερους υπαλλήλους, διατηρώντας όμως το ίδιο ανώτατο όριο.
Ποιοι κερδίζουν
Οι μεγάλοι κερδισμένοι της νέας διάταξης είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1η Απριλίου 2023.
Για πρώτη φορά αποκτούν δικαίωμα λήψης προσωπικής διαφοράς, γεγονός που μεταφράζεται σε αύξηση αποδοχών και μερική άρση της μισθολογικής απόστασης που τους χώριζε από παλαιότερους συναδέλφους τους.
Η ρύθμιση αφορά προσωπικό του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΛΣΤΑΤ, του ΕΟΦ, του υπουργείου Ανάπτυξης, καθώς και ανεξάρτητων αρχών και άλλων ειδικών φορέων του Δημοσίου.
Ποιοι παραμένουν χαμένοι
Παρά τις αυξήσεις, οι ίδιοι υπάλληλοι θεωρούνται και οι βασικοί «χαμένοι» της νέας ρύθμισης.
Ο λόγος είναι ότι η προσωπική διαφορά που θα λαμβάνουν δεν μπορεί να ξεπερνά τα 300 ευρώ τον μήνα, ακόμη και όταν η πραγματική μισθολογική διαφορά με παλαιότερους συναδέλφους είναι σημαντικά μεγαλύτερη.
Έτσι, υπάλληλοι με ίδια προσόντα, ίδια καθήκοντα και παρόμοια θέση ευθύνης ενδέχεται να εξακολουθούν να αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς μόνο και μόνο επειδή διορίστηκαν σε διαφορετική χρονική περίοδο.
«Υπάλληλοι δύο ταχυτήτων»
Την αντίθεσή του στη συγκεκριμένη πρόβλεψη εκφράζει και ο Σύλλογος Υπαλλήλων Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών (Σ.Υ.ΟΙ.Π.Υ.Ο.), ο οποίος υποστηρίζει ότι η διατήρηση του πλαφόν δεν θεραπεύει τη μισθολογική αδικία που επιχειρεί να διορθώσει το νομοσχέδιο.
Σύμφωνα με τον σύλλογο, δημιουργείται και διατηρείται ένα καθεστώς «υπαλλήλων δύο ταχυτήτων», με διαφορετικές αποδοχές για εργαζόμενους που εκτελούν την ίδια εργασία.
Παράλληλα, οι συνδικαλιστικοί φορείς συνδέουν το ζήτημα με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής, σημειώνοντας ότι ο σωρευτικός πληθωρισμός από το 2019 έως τον Μάιο του 2026 ξεπερνά το 27%, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις στο Δημόσιο παραμένουν αισθητά χαμηλότερες.
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η κυβέρνηση επιδιώκει να διασφαλίσει ίση μισθολογική μεταχείριση ανεξάρτητα από τον χρόνο διορισμού ή μετάταξης, επεκτείνοντας την προσωπική διαφορά και στο προσωπικό που εντάχθηκε στο Δημόσιο μετά την 1η Απριλίου 2023.
Ωστόσο, για λόγους δημοσιονομικής ισορροπίας και ενιαίας εφαρμογής, διατηρείται το ανώτατο όριο των 300 ευρώ, μια πρόβλεψη που αναμένεται να αποτελέσει το βασικό σημείο αντιπαράθεσης μέχρι την τελική ψήφιση του νομοσχεδίου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τις αυξήσεις που φέρνει η νέα ρύθμιση, οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ παλαιών και νέων υπαλλήλων δεν εξαλείφονται πλήρως, αφήνοντας ανοιχτή τη συζήτηση για νέες παρεμβάσεις στο μέλλον.



