Το ύφος του Παύλου Μαρινάκη ήταν σήμερα εξαιρετικά υψηλό.
«Ψευτοπατριώτες», «εθνικές ήττες», «μετράνε κουβάδες».
Και πάνω απ’ όλα μία κατηγορηματική διαβεβαίωση:
«Το καλώδιο θα προχωρήσει».
Μάλιστα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ότι όσοι κατηγορούν την κυβέρνηση για υποχωρητικότητα στα ελληνοτουρκικά «θα πάρουν τις απαντήσεις τους στην πράξη».
Συμφωνούμε απολύτως σε αυτό.
Στην πράξη πρέπει να κριθεί η κυβέρνηση.
Όχι στις δηλώσεις.
Και ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:
Πότε θα επιστρέψουν τα ερευνητικά πλοία νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου για να ολοκληρώσουν τις εργασίες του Great Sea Interconnector;
Γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία.
Το καλώδιο δεν είναι θεωρία
Υπάρχει μια εξέλιξη που πρέπει να πιστωθεί στην κυβέρνηση.
Στις 5 Αυγούστου έγινε ένα ουσιαστικό βήμα για την επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector.
Παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη υπεγράφη συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία GSI, ενώ υπεγράφη και συμφωνία ΑΔΜΗΕ-GSI-Nexans για τις έρευνες βυθού.
Αυτό είναι σημαντικό.
Δεν χρειάζεται να το υποβαθμίσουμε για να κάνουμε κριτική.
Όμως άλλο:
«υπέγραψα συμφωνία για να προχωρήσει το έργο»
και άλλο:
«εκτελώ τις εργασίες στις περιοχές όπου η Τουρκία έχει αντιδράσει».
Το δεύτερο δεν έχει ακόμη συμβεί.
Γιατί η Κάσος είναι το πραγματικό τεστ
Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στις θαλάσσιες έρευνες που απομένουν νοτιοανατολικά της Κρήτης και νοτίως Κάσου και Καρπάθου.
Η «Καθημερινή» επισήμανε μετά τη γαλλική συμφωνία ότι η πραγματική δοκιμασία θα έρθει όταν το πλοίο που θα μισθωθεί επιστρέψει για έρευνες στα διεθνή ύδατα νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου.
Και σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η επανεκκίνηση των ερευνών ενδέχεται να γίνει ακόμη και τον Σεπτέμβριο.
Άρα, για πρώτη φορά έχουμε μπροστά μας ένα εξαιρετικά καθαρό τεστ.
Όχι ιδεολογικό.
Όχι κομματικό.
Πρακτικό.
Θα εκδοθούν οι απαραίτητες NAVTEX;
Θα βγει το ερευνητικό πλοίο;
Θα ολοκληρώσει τις εργασίες του εκεί όπου πρέπει;
Και αν εμφανιστεί ξανά η Τουρκία, τι θα κάνει η Ελλάδα;
«Ψευτοπατριώτες» πριν δοθεί η απάντηση;
Εδώ βρίσκεται και το προβληματικότερο σημείο της σημερινής τοποθέτησης Μαρινάκη.
Η κυβέρνηση μπορεί απολύτως να υπερασπιστεί την πολιτική της.
Μπορεί να πει ότι οι επικριτές της κάνουν λάθος.
Μπορεί να υποστηρίξει ότι η πολιτική του διαλόγου απέφερε αποτελέσματα.
Αλλά όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χρησιμοποιεί τον όρο «ψευτοπατριώτες» για όσους ασκούν κριτική σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, μετακινεί τη συζήτηση από τα πραγματικά ερωτήματα στους χαρακτηρισμούς.
Και υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα.
Η υπόθεση του καλωδίου δεν έχει ακόμη κριθεί.
Αν είχε ήδη ολοκληρωθεί η έρευνα.
Αν είχε ήδη ποντιστεί το καλώδιο.
Αν είχε ήδη αντιμετωπιστεί στην πράξη οποιαδήποτε τουρκική αντίδραση.
τότε πράγματι η κυβέρνηση θα μπορούσε να πει:
«Μας κατηγορούσατε ότι δεν θα το κάνουμε. Το κάναμε».
Σήμερα όμως λέει:
«Θα το κάνουμε».
Υπάρχει διαφορά.
Και γιατί χρειάστηκε η Γαλλία;
Υπάρχει ακόμη ένα ενδιαφέρον ερώτημα.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει δικαιολογημένα τη συμμετοχή της Meridiam και της Nexans ως σημαντική ενίσχυση του έργου.
Είναι.
Η συμφωνία αλλάζει τα οικονομικά και γεωπολιτικά δεδομένα γύρω από τον GSI.
Αλλά τότε προκύπτει εύλογα το αντίστροφο ερώτημα:
Εάν δεν υπήρχε πραγματικό γεωπολιτικό πρόβλημα, γιατί αποκτά τόσο μεγάλη σημασία η γαλλική εμπλοκή;
Δεν γίνεται ταυτόχρονα να πανηγυρίζουμε ότι η γαλλική παρουσία αλλάζει τις ισορροπίες και να αντιμετωπίζουμε ως περίπου φαντασίωση την ανησυχία για το τι θα συμβεί όταν ξαναρχίσουν οι έρευνες.
Η ίδια η προσπάθεια διεθνοποίησης και ενίσχυσης του έργου δείχνει πόσο σοβαρό είναι το διακύβευμα.
«Το καλώδιο θα προχωρήσει»
Εδώ, όμως, ο Μαρινάκης έκανε κάτι πολιτικά σημαντικό.
Δεν άφησε παράθυρο.
Δεν είπε «στόχος μας είναι».
Δεν είπε «εργαζόμαστε ώστε».
Είπε:
«Το καλώδιο θα προχωρήσει με βάση τον σχεδιασμό».
Και αυτό πρέπει να κρατηθεί.
Γιατί από αυτή τη στιγμή υπάρχει μία δημόσια και απολύτως συγκεκριμένη κυβερνητική δέσμευση.
Και αυτή η δέσμευση θα ελεγχθεί.
Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα δεν είναι απλώς επικοινωνία
Ακόμη περισσότερο προβληματισμό δημιουργεί η προσπάθεια του κυβερνητικού εκπροσώπου να υποβαθμίσει τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα χαρακτηρίζοντάς τα κίνηση «εσωτερικής κατανάλωσης».
Μπορεί ασφαλώς ένα μέρος της τουρκικής ρητορικής να απευθύνεται στο εσωτερικό ακροατήριο.
Αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία:
η Άγκυρα αποτυπώνει σε χάρτες συγκεκριμένες θέσεις.
Και αυτές οι θέσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο και διαχρονικό πλαίσιο τουρκικών διεκδικήσεων.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι για ποιο ακροατήριο σχεδιάστηκαν οι χάρτες.
Είναι εάν και πώς θα επιχειρήσει η Τουρκία να υποστηρίξει τις αξιώσεις που αποτυπώνει πάνω τους.
Ο Μαρινάκης έχει δίκιο σε ένα πράγμα
Ο διάλογος από μόνος του δεν αποτελεί υποχώρηση.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Μία χώρα μπορεί να συζητά με τον γείτονά της και ταυτόχρονα να ενισχύεται στρατιωτικά, να συνάπτει συμμαχίες και να ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι:
«Μιλάμε ή δεν μιλάμε με τον Ερντογάν;»
Αυτό είναι ψευτοδίλημμα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Όταν η διπλωματία φτάσει στο όριό της και η Ελλάδα επιχειρήσει να ασκήσει στην πράξη δικαιώματα που η Τουρκία αμφισβητεί, τι συμβαίνει;
Και ακριβώς εκεί θα κριθεί η πολιτική των τελευταίων ετών.
Και τώρα έρχεται η ώρα της απόδειξης
Η κυβέρνηση έχει πλέον πράγματι ισχυρότερα χαρτιά.
Υπάρχει γαλλικός επενδυτικός όμιλος.
Υπάρχει η Nexans.
Υπάρχει ευρωπαϊκή διάσταση στο έργο.
Υπάρχει νέα κινητικότητα.
Υπάρχει ακόμη και προοπτική επανέναρξης των ερευνών από τον Σεπτέμβριο.
Ωραία.
Τώρα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα.
Και όταν γίνει, θα έχουμε την απάντηση.
Αν οι έρευνες πραγματοποιηθούν κανονικά και ολοκληρωθούν παρά τις τουρκικές αντιδράσεις, θα είναι επιτυχία της κυβέρνησης και πρέπει να της πιστωθεί.
Αν όμως υπάρξει ξανά εμπλοκή και οι εργασίες σταματήσουν, τότε οι σημερινές δηλώσεις θα επιστρέψουν αυτούσιες στο τραπέζι.
Γιατί ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέλεξε το κριτήριο:
«Θα πάρουν τις απαντήσεις τους στην πράξη».
Ακριβώς.
Στην πράξη λοιπόν.
Όχι με χαρακτηρισμούς περί «ψευτοπατριωτών».
Όχι με «κουβάδες».
Όχι με επικοινωνιακές μονομαχίες με τον Σαμαρά ή οποιονδήποτε άλλο επικριτή.
Το πλοίο να βγει. Οι έρευνες να ολοκληρωθούν. Το καλώδιο να ποντιστεί.
Και εάν η Τουρκία επιχειρήσει να το εμποδίσει, η Ελλάδα να κάνει αυτό ακριβώς που σήμερα διαβεβαιώνει ότι είναι έτοιμη να κάνει.
Τότε δεν θα χρειάζονται ούτε χαρακτηρισμοί ούτε κυβερνητικές διαβεβαιώσεις.
Το αποτέλεσμα θα μιλάει μόνο του.
Και τότε πράγματι θα δούμε ποιος τελικά «μέτρησε κουβάδες».



