Ο Παύλος Μαρινάκης ήταν σήμερα κατηγορηματικός.
«Ο 13ος και ο 14ος μισθός κοστίζουν 3 δισ. τον χρόνο. Μακάρι να υπήρχαν τα λεφτά, αλλά δεν υπάρχουν».
Και αμέσως μετά έδωσε το πολιτικό επιχείρημα της κυβέρνησης: οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν στο σύνολο της κοινωνίας – στη μεσαία τάξη, στις οικογένειες, στους επαγγελματίες και στις επιχειρήσεις – και όχι αποκλειστικά στους εργαζόμενους του Δημοσίου.
Ακούγεται απλό.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: δεν είναι τόσο απλό.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να πει η κυβέρνηση:
«Δεν επιλέγουμε να διαθέσουμε περίπου 3 δισ. ευρώ ετησίως για την πλήρη επαναφορά 13ου και 14ου μισθού».
Και εντελώς διαφορετικό:
«Δεν υπάρχουν λεφτά».
Το πρώτο είναι πολιτική και δημοσιονομική επιλογή.
Το δεύτερο δημιουργεί την εντύπωση ότι το κρατικό ταμείο είναι άδειο.
Και αυτή την εντύπωση δεν την επιβεβαιώνουν τα ίδια τα δημοσιονομικά δεδομένα.
Πρώτο ερώτημα: τελικά πόσο κοστίζουν;
Εδώ εμφανίζεται η πρώτη ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλά για 3 δισ. ευρώ για 13ο και 14ο μισθό.
Μόλις πέρυσι όμως, ο ίδιος ο Παύλος Μαρινάκης μιλούσε για 1,4 δισ. ευρώ για τον 13ο μισθό και εξηγούσε ότι εάν δινόταν αυτό το ποσό, θα εξαντλούσε σχεδόν ολόκληρο τον τότε διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο των 1,5 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον:
Στη δικαστική συζήτηση για την επαναφορά των δώρων, το δημοσιονομικό κόστος που είχε παρουσιαστεί για τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας ανερχόταν σε περίπου 1,37 δισ. ευρώ χωρίς τις εργοδοτικές εισφορές και περίπου 1,55 δισ. μαζί με αυτές.
Άρα πριν υιοθετήσουμε ως αυτονόητο το «3 δισ.», υπάρχει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:
Πώς ακριβώς υπολογίζεται το σημερινό ποσό των 3 δισ. ευρώ;
Περιλαμβάνει μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους;
Περιλαμβάνει συνταξιούχους;
Περιλαμβάνει εργοδοτικές εισφορές;
Μιλάμε για ακαθάριστο ή καθαρό δημοσιονομικό κόστος;
Γιατί όταν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί έναν αριθμό ως βασικό επιχείρημα για να απορρίψει ένα μέτρο, οφείλει να μας δώσει και τον λογαριασμό από τον οποίο προκύπτει.
Και υπάρχει ένα ακόμη σημαντικότερο ερώτημα: ποιο είναι το καθαρό κόστος;
Ακόμη και αν δεχθούμε τα 3 δισ. ως ακαθάριστο κόστος, αυτά τα χρήματα δεν εξαφανίζονται από την οικονομία.
Μέρος τους επιστρέφει στο Δημόσιο μέσω:
φόρου εισοδήματος,
ασφαλιστικών εισφορών,
ΦΠΑ και άλλων έμμεσων φόρων μέσω της πρόσθετης κατανάλωσης.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι το μέτρο αυτοχρηματοδοτείται.
Δεν αυτοχρηματοδοτείται.
Αλλά σημαίνει ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του ακαθάριστου μισθολογικού κόστους και της τελικής καθαρής δημοσιονομικής επιβάρυνσης.
Επομένως, όταν ακούγεται το «κοστίζει 3 δισ.», χρειάζεται μία ακόμη απάντηση:
Πόσο είναι το πραγματικό καθαρό δημοσιονομικό κόστος μετά τις επιστροφές φόρων και εισφορών;
Αυτός είναι ο αριθμός που πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες.
Το σημαντικότερο όμως: «δεν υπάρχουν» ή δεν χωρούν;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αποδόμησης.
Η ίδια η κυβέρνηση έχει δώσει πολύ ακριβέστερη εξήγηση από αυτή που έδωσε σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς είχε εξηγήσει τον Μάρτιο ότι η επαναφορά 13ου και 14ου μισθού υπερβαίνει τα συμφωνημένα δημοσιονομικά όρια και θα απαιτούσε αντίμετρα.
Αυτό είναι τελείως διαφορετικό από το:
«Δεν υπάρχουν λεφτά».
Υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες.
Υπάρχει ανώτατη επιτρεπόμενη αύξηση καθαρών δαπανών.
Υπάρχει συγκεκριμένος δημοσιονομικός χώρος.
Υπάρχουν ανταγωνιστικές προτεραιότητες.
Και υπάρχει μια κυβέρνηση που αποφασίζει πώς θα κατανείμει αυτόν τον χώρο.
Η Κομισιόν αξιολογεί ακριβώς την πορεία των κρατών βάσει της συμφωνημένης πορείας καθαρών δαπανών στο νέο Σύμφωνο Σταθερότητας.
Άρα η ακριβής κυβερνητική θέση θα έπρεπε να είναι:
Δεν διαθέτουμε δημοσιονομικό χώρο για να επαναφέρουμε τα δώρα χωρίς να περικόψουμε άλλες δαπάνες, να αυξήσουμε έσοδα ή να αλλάξουμε άλλες πολιτικές επιλογές.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό επιχείρημα.
Μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει.
Αλλά είναι άλλο πράγμα από το δραματικό:
«Μακάρι να υπήρχαν λεφτά».
Γιατί λεφτά υπάρχουν και η κυβέρνηση αποφασίζει πού θα πάνε
Και το αποδεικνύει ο ίδιος ο Μαρινάκης στην ίδια συνέντευξη.
Τι ανακοίνωσε;
Ότι στη ΔΕΘ αναμένονται νέες μειώσεις φορολογικών συντελεστών, με έμφαση στη μεσαία τάξη και τις οικογένειες, αλλά και παρεμβάσεις για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες.
Προσέξτε την αντίφαση στη διατύπωση.
Για τον 13ο και 14ο μισθό:
«Δεν υπάρχουν λεφτά».
Για φοροελαφρύνσεις:
Υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι που θα κατανεμηθούν αλλού.
Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η απόλυτη ανυπαρξία χρημάτων.
Είναι η κατανομή του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.
Και αυτή λέγεται πολιτική επιλογή.
Και η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε δημοσιονομική κατάρρευση
Υπάρχει ακόμη μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο 2010.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην εαρινή πρόβλεψη του 2026 προβλέπει ότι το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης θα παραμείνει πλεονασματικό και το 2027, στο 0,6% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος μειώνεται εντυπωσιακά.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 βρισκόταν στο 143,5% του ΑΕΠ, εξακολουθώντας βέβαια να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ, αλλά έχοντας σημειώσει πολύ μεγάλη αποκλιμάκωση.
Αυτό είναι θετική εξέλιξη.
Αλλά δημιουργεί και ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα:
Αν ούτε σε μια περίοδο ανάπτυξης, πρωτογενών πλεονασμάτων και ταχύτατης αποκλιμάκωσης του χρέους μπορεί να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για την αποκατάσταση των δώρων, τότε πότε ακριβώς θα μπορεί;
«Μα οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν ήδη πάρει αυξήσεις»
Αυτό είναι ένα ισχυρό κυβερνητικό αντεπιχείρημα και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, όχι να το κρύψουμε.
Το Υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι από το 2023 έως το 2026 έχουν πραγματοποιηθεί 32 παρεμβάσεις που αυξάνουν τις απολαβές των δημοσίων υπαλλήλων, με μόνιμο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 3,3 δισ. ευρώ.
Είναι σημαντικό.
Αλλά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Γιατί η κυβέρνηση μπορεί απολύτως να πει:
«Προτιμούμε στοχευμένες αυξήσεις αντί της επαναφοράς των δώρων».
Αυτό είναι πολιτική θέση.
Μπορεί επίσης να πει:
«Προτιμούμε φοροελαφρύνσεις για εκατομμύρια πολίτες αντί 13ου και 14ου μισθού σε μία συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων».
Και αυτό είναι πολιτική θέση.
Αυτό που δεν μπορεί να κάνει χωρίς αντίλογο είναι να παρουσιάζει αυτή την επιλογή σαν φυσικό φαινόμενο:
«Δεν υπάρχουν λεφτά».
Και το επιχείρημα «θα τα πάρουν μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι»;
Ο Μαρινάκης λέει ουσιαστικά:
Γιατί να πάρουν 3 δισ. δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι και να μη λάβουν τίποτε όλοι οι υπόλοιποι φορολογούμενοι;
Πολιτικά είναι ισχυρό επιχείρημα.
Αλλά εμπεριέχει και έναν επικίνδυνο διαχωρισμό.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι επίσης φορολογούμενοι.
Πληρώνουν φόρο εισοδήματος.
Πληρώνουν ΦΠΑ.
Πληρώνουν ΕΝΦΙΑ όταν έχουν ακίνητο.
Πληρώνουν ειδικούς φόρους.
Καταναλώνουν στην ίδια αγορά.
Υπέστησαν και αυτοί την απώλεια αγοραστικής δύναμης από τον πληθωρισμό.
Δεν είναι μια κοινωνική ομάδα έξω από την κοινωνία στην οποία το κράτος καλείται να χαρίσει χρήματα.
Είναι εργαζόμενοι των οποίων τα δώρα καταργήθηκαν στη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης.
Και σήμερα, δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη εκείνης της κρίσης, το πολιτικό ερώτημα είναι εάν οι έκτακτες περικοπές μιας εξαιρετικής περιόδου πρέπει να παραμείνουν μόνιμες.
Το ΣτΕ έκλεισε το δικαστικό ζήτημα – όχι την πολιτική συζήτηση
Εδώ επίσης χρειάζεται ακρίβεια.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή για επαναφορά των δώρων.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Σημαίνει ότι δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να υποχρεώνει την κυβέρνηση να καταβάλει 13ο και 14ο μισθό.
Δεν σημαίνει όμως ότι το κράτος απαγορεύεται να τους επαναφέρει.
Άρα μετά την απόφαση του ΣτΕ το θέμα γίνεται ακόμη καθαρότερο:
Δεν είναι πλέον ζήτημα δικαστικής επιβολής. Είναι πολιτική απόφαση.
Και εκεί πρέπει να κριθεί.
Το μεγάλο ερώτημα που αποφεύγει η κυβέρνηση
Υπάρχει μάλιστα μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα λύση από το «όλα ή τίποτα».
Γιατί η συζήτηση πρέπει να είναι υποχρεωτικά:
δύο ολόκληροι μισθοί ή τίποτε;
Θα μπορούσε να εξεταστεί:
σταδιακή επαναφορά,
αρχικά ένας 13ος μισθός,
εισοδηματικά κριτήρια,
προτεραιότητα στους χαμηλόμισθους,
μερική επαναφορά επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα,
πολυετές χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης.
Αν ο ένας πρόσθετος μισθός είχε υπολογιστεί πέρυσι περίπου στα 1,4 δισ. ευρώ, τότε προφανώς υπάρχουν ενδιάμεσες επιλογές μεταξύ των 0 ευρώ και των 3 δισ. ευρώ.
Γιατί λοιπόν η συζήτηση παρουσιάζεται ως δίλημμα:
ή δίνουμε 3 δισ. ή δεν κάνουμε τίποτα;
Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στον Πιερρακάκη
Μόλις πριν συζητούσαμε για την επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μεγάλες πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους.
Και εκεί η κυβέρνηση έχει σοβαρά οικονομικά επιχειρήματα.
Η μείωση του χρέους μειώνει τόκους και κινδύνους και προστατεύει τις επόμενες γενιές.
Όμως ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε σαν να υπάρχουν δύο κουμπαράδες:
ο ένας γεμάτος με δισεκατομμύρια που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για το χρέος
και ένας δεύτερος, εντελώς άδειος, για εισοδήματα και κοινωνική πολιτική.
Οι κανόνες είναι διαφορετικοί.
Οι δημοσιονομικές συνέπειες είναι διαφορετικές.
Αλλά πίσω από όλα υπάρχουν επιλογές προτεραιοτήτων.
Και αυτές πρέπει να εξηγούνται στους πολίτες καθαρά.
Το σωστό λοιπόν δεν είναι «λεφτά υπάρχουν»
Δεν χρειάζεται να αντιστρέψουμε ένα σύνθημα με ένα άλλο σύνθημα.
Δεν υπάρχουν απεριόριστα χρήματα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υπάρχουν αυστηροί ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Υπάρχουν δεκάδες κοινωνικές ανάγκες που ανταγωνίζονται για τους ίδιους πόρους.
Και μια μόνιμη αύξηση της μισθολογικής δαπάνης κατά δισεκατομμύρια ευρώ είναι σοβαρό δημοσιονομικό ζήτημα.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η κυβέρνηση πρέπει να λέει την πλήρη αλήθεια.
Όχι:
«Μακάρι να υπήρχαν λεφτά».
Αλλά:
«Υπάρχουν πόροι, όμως επιλέγουμε να τους διαθέσουμε διαφορετικά».
Αυτή είναι η πραγματική πολιτική συζήτηση.
Και τότε μπορούν να αποφασίσουν οι πολίτες αν συμφωνούν.
Γιατί στο τέλος το θέμα δεν είναι λογιστικό. Είναι πολιτικό.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι μία φορολογική ελάφρυνση στη μεσαία τάξη έχει μεγαλύτερη κοινωνική απόδοση από την επαναφορά των δώρων.
Έχει δικαίωμα να προτιμά τη μείωση φόρων.
Έχει δικαίωμα να δίνει προτεραιότητα στο χρέος.
Έχει δικαίωμα να θεωρεί ότι τα 3 δισ. πρέπει να μοιραστούν σε περισσότερες κοινωνικές ομάδες.
Αλλά τότε ας υπερασπιστεί αυτή την επιλογή.
Γιατί το:
«δεν υπάρχουν λεφτά»
δεν περιγράφει ολόκληρη την πραγματικότητα.
Περιγράφει την πραγματικότητα αφού πρώτα έχουν επιλεγεί οι υπόλοιπες προτεραιότητες.
Και υπάρχει τεράστια διαφορά.
Ο δημόσιος υπάλληλος δικαιούται τουλάχιστον να ακούσει:
«Έχουμε τον δημοσιονομικό χώρο που έχουμε και επιλέγουμε να τον διαθέσουμε αλλού».
Αυτό μπορεί να τον θυμώσει.
Μπορεί να διαφωνήσει.
Αλλά είναι πολιτικά καθαρό.
Το «μακάρι να υπήρχαν λεφτά», την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα υπάρξουν διαθέσιμοι πόροι για νέες φοροελαφρύνσεις, απλώς αποφεύγει τη δύσκολη λέξη:
Επιλογή.
Και τελικά αυτή είναι όλη η ιστορία του 13ου και του 14ου μισθού.
Όχι αν υπάρχουν απεριόριστα χρήματα. Δεν υπάρχουν.
Αλλά ποιος προηγείται όταν μοιράζεται ο περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος.
Και αυτό, κύριε Μαρινάκη, δεν το αποφασίζει το ταμείο μόνο του. Το αποφασίζει η κυβέρνηση.



