Όταν η «πολιτική ευθύνη» γίνεται λάστιχο: Ο Δήμαρχος να προβλέπει ακόμη και όσα αποφασίζουν και εκτελούν άλλοι;

Η παρέμβαση του Ηλία Στεφανάτου, τομεάρχη των ΑΕΤΩΝ, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση για το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου από το πεδίο της θεσμικής αρμοδιότητας στο πολύ ευρύτερο –και πολύ πιο βολικό πολιτικά– πεδίο της «ευθύνης της ηγεσίας».

Η βασική του θέση ακούγεται ελκυστική:

«Δεν χρειάζεται Παρατηρητήριο. Χρειάζεται διοίκηση που παρατηρεί».

Ωραίο ως σύνθημα.

Μόνο που από τη στιγμή που χρησιμοποιείται για να αποδοθεί ευθύνη, χρειάζεται κάτι περισσότερο από ένα καλό λογοπαίγνιο.

Χρειάζονται γεγονότα.

Διότι διαφορετικά δημιουργούμε έναν εξαιρετικά βολικό κανόνα: ο Δήμαρχος μπορεί να μην έχει καμία αρμοδιότητα για ένα έργο, αλλά εάν κάτι πάει στραβά, πρέπει ούτως ή άλλως να απολογηθεί επειδή δεν το απέτρεψε.

Και αυτό δεν είναι λογοδοσία.

Είναι πολιτική ευθύνη χωρίς όρια.

Το κρίσιμο μπέρδεμα: άλλο πολιτικό ενδιαφέρον και άλλο ευθύνη για την πορεία ενός έργου

Ο κ. Στεφανάτος γράφει:

«Κάπου έχουμε αρχίσει να μπερδεύουμε την αρμοδιότητα με την ευθύνη της ηγεσίας».

Στην πραγματικότητα, εδώ συμβαίνει μάλλον το αντίθετο.

Μπερδεύεται η υποχρέωση ενός Δημάρχου να ενδιαφέρεται για τον τόπο του με την ευθύνη για την εκτέλεση ενός έργου άλλου φορέα.

Φυσικά και ο Δήμαρχος Αργοστολίου πρέπει να ενδιαφέρεται για το Αρχαιολογικό Μουσείο.

Φυσικά και πρέπει να ενημερώνεται.

Φυσικά και πρέπει να συνεργάζεται με τον Βουλευτή, το Υπουργείο και κάθε αρμόδιο φορέα.

Φυσικά και πρέπει να διεκδικεί.

Αλλά από όλα αυτά μέχρι το συμπέρασμα ότι όφειλε να αποτρέψει την απένταξη από το Ταμείο Ανάκαμψης, υπάρχει μια τεράστια απόσταση.

Και αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται με τη λέξη «ηγεσία».

Ας κάνουμε λοιπόν τις ερωτήσεις ακόμη πιο συγκεκριμένες

Ο κ. Στεφανάτος θέτει τέσσερα ερωτήματα:

«Αν γνώριζε, τι έκανε; Αν δεν γνώριζε, πώς γίνεται να μην γνώριζε; Ποιον ενημέρωσε, ποιον πίεσε, τι απαίτησε και τι προσπάθησε να προλάβει;»

Θεμιτά ερωτήματα.

Αλλά προηγείται ένα άλλο.

Τι ακριβώς μπορούσε να προλάβει ο Δήμος Αργοστολίου;

Ποια ήταν η συγκεκριμένη εκκρεμότητα;

Ποια καθυστέρηση μπορούσε να θεραπεύσει;

Ποια διαδικασία μπορούσε να επιταχύνει;

Ποια απόφαση μπορούσε να αλλάξει;

Και κυρίως:

ποια πράξη του Δήμου, εάν είχε γίνει εγκαίρως, θα διατηρούσε το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Ταμείο Ανάκαμψης;

Αυτό είναι το κομβικό σημείο.

Διότι διαφορετικά ζητάμε από τον Δήμαρχο να αποδείξει ότι έκανε αρκετά για να αποτρέψει κάτι, χωρίς πρώτα να αποδεικνύουμε ότι είχε πραγματική δυνατότητα να το αποτρέψει.

«Ο Δήμαρχος πρέπει να προβλέπει»

Εδώ η επιχειρηματολογία προχωρά ακόμη περισσότερο.

Ο Δήμαρχος, διαβάζουμε, πρέπει:

«να ακούει, να ρωτά, να προβλέπει, να αντιλαμβάνεται πότε ένα μεγάλο έργο ξεφεύγει».

Σύμφωνοι.

Αλλά η πρόβλεψη δεν αποτελεί διοικητική αρμοδιότητα.

Και κυρίως δεν υποκαθιστά τον φορέα υλοποίησης.

Εάν το Υπουργείο Πολιτισμού υλοποιεί ένα έργο, οι υπηρεσίες του Υπουργείου είναι εκείνες που διαθέτουν την πλήρη υπηρεσιακή εικόνα για την πορεία του.

Αυτές γνωρίζουν τις συμβάσεις.

Αυτές γνωρίζουν τα ορόσημα.

Αυτές γνωρίζουν τις πιστοποιήσεις.

Αυτές γνωρίζουν τις πληρωμές.

Αυτές γνωρίζουν τις τεχνικές και διοικητικές εκκρεμότητες.

Τι ακριβώς προτείνεται λοιπόν;

Να διαθέτει ο Δήμος Αργοστολίου παράλληλο μηχανισμό ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού, ώστε να ανακαλύπτει εγκαίρως όσα ενδεχομένως δεν αντιμετωπίζουν οι καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες;

Αν αυτή είναι η πρόταση, ας ειπωθεί καθαρά.

Το Μουσείο είναι στο Αργοστόλι – αλλά αυτό δεν αλλάζει τον φορέα του έργου

Υπάρχει και το επιχείρημα:

«Το Αρχαιολογικό Μουσείο δεν είναι μια υπόθεση κάποιου υπουργικού γραφείου στην Αθήνα. Είναι ένα εμβληματικό έργο εκατομμυρίων, μέσα στην καρδιά του Αργοστολίου».

Προφανώς.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι το Μουσείο δεν αφορά το Αργοστόλι.

Το αντίθετο.

Είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά έργα της πόλης και ολόκληρης της Κεφαλονιάς.

Αλλά εδώ συγχέεται ξανά η γεωγραφική θέση ενός έργου με τη διοικητική ευθύνη γι’ αυτό.

Το ότι ένα έργο βρίσκεται μέσα στα όρια ενός Δήμου δεν το μετατρέπει σε δημοτικό έργο.

Το Νοσοκομείο βρίσκεται στο Αργοστόλι.

Δεν διοικείται από τον Δήμο.

Ένα τμήμα του εθνικού ή επαρχιακού οδικού δικτύου μπορεί να περνά μέσα από έναν Δήμο.

Δεν γίνεται γι’ αυτό δημοτική αρμοδιότητα.

Ένα αρχαιολογικό έργο μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.

Δεν μεταφέρεται αυτομάτως η αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού στον Δήμαρχο.

Αυτά είναι στοιχειώδη.

Η φωτογραφία επιστρέφει ως επιχείρημα

Και βέβαια εμφανίζεται ξανά η γνωστή αναφορά:

«Όταν όλα πηγαίνουν καλά, περισσεύει χώρος στη φωτογραφία».

Είναι μια έξυπνη ατάκα.

Δεν είναι όμως επιχείρημα περί ευθύνης.

Ένας Δήμαρχος οφείλει να βρίσκεται δίπλα σε ένα μεγάλο έργο που γίνεται στην πόλη του.

Εάν συναντά την υπουργό Πολιτισμού για το Μουσείο, πολύ καλά κάνει.

Εάν συνεργάζεται με τον Βουλευτή για να προωθηθούν αιτήματα της περιοχής, επίσης πολύ καλά κάνει.

Εάν βρίσκεται στην ανακοίνωση ενός σημαντικού έργου για τον τόπο του, πάλι καλά κάνει.

Η φωτογραφία δεν του μεταβιβάζει τη σύμβαση.

Δεν του μεταβιβάζει το Ταμείο Ανάκαμψης.

Δεν του μεταβιβάζει τα ορόσημα.

Δεν τον κάνει φορέα υλοποίησης.

Η πολιτική παρουσία δεν είναι διοικητική αρμοδιότητα.

Όσο κι αν φωτογραφηθεί κάποιος.

Και βέβαια ο Μιχαλάτος πρέπει να συνεργάζεται με τον Βουλευτή

Υπάρχει μάλιστα εδώ μια πραγματικότητα που συχνά παρουσιάζεται περίπου ως ύποπτη πολιτική σχέση.

Ο Θεόφιλος Μιχαλάτος έχει πολύ καλή συνεργασία με τον Βουλευτή Κεφαλονιάς και Ιθάκης Παναγή Καππάτο.

Και πού ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα;

Η σχέση αυτή δεν χρειάζεται να είναι κομματική.

Είναι θεσμική συνεργασία.

Ένας Δήμαρχος καταθέτει αιτήματα που αφορούν τον Δήμο και ο Βουλευτής του νομού οφείλει να τα μεταφέρει προς την κεντρική κυβέρνηση, να τα υποστηρίζει και να συμβάλλει στην προώθησή τους.

Αυτό ακριβώς περιμένει ο πολίτης.

Τι θα ήταν προτιμότερο;

Να μη μιλούν επειδή ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους;

Να μην επιδιώκει ο Δήμαρχος κυβερνητική στήριξη για τα έργα του τόπου;

Η συνεργασία των θεσμικών εκπροσώπων δεν αποτελεί ενοχή.

Αποτελεί υποχρέωση.

Η απένταξη δεν είναι το τέλος του έργου

Και εδώ βρίσκεται το σημείο που εξακολουθεί να χάνεται μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο δεν εγκαταλείπεται επειδή βγήκε από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η συζήτηση πλέον αφορά τη συνέχιση της χρηματοδότησής του από άλλη πηγή.

Και μάλιστα έχει ήδη αναδειχθεί μια απολύτως θεμιτή διαφορετική προσέγγιση:

ο Αντιδήμαρχος Σπύρος Σαμούρης έχει εκφράσει την άποψη ότι θα ήταν προτιμότερο το υπόλοιπο έργο να καλυφθεί από πόρους του Υπουργείου Πολιτισμού και όχι από το ΕΣΠΑ, ώστε να μη δεσμευθούν περιφερειακοί πόροι που μπορούν να κατευθυνθούν σε άλλα έργα.

Αυτό είναι πραγματική πολιτική συζήτηση.

Από πού πρέπει να χρηματοδοτηθεί η ολοκλήρωση;

Όχι εάν ο Δήμαρχος έπρεπε να διαθέτει μαντικές ικανότητες για τις αποφάσεις άλλων φορέων.

Και ο πολίτης ενδιαφέρεται τελικά για κάτι πολύ απλούστερο

Υπάρχει ένα σημείο που μέσα σε όλη αυτή την προσπάθεια καταλογισμού ευθυνών κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε.

Τον δημότη του Αργοστολίου και τον Κεφαλονίτη δεν τον ενδιαφέρει πρωτίστως ποιος θα κερδίσει αυτή την πολιτική αντιπαράθεση.

Δεν τον ενδιαφέρει εάν τα χρήματα θα έχουν την ετικέτα «Ταμείο Ανάκαμψης», «ΕΣΠΑ» ή «Υπουργείο Πολιτισμού».

Τον ενδιαφέρει:

να ολοκληρωθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο.

Να ανοίξει.

Να επιστρέψουν οι αρχαιολογικές συλλογές.

Να αποκτήσει η Κεφαλονιά το Μουσείο που στερείται τόσα χρόνια.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα.

Και εδώ μικροπολιτική και λαϊκισμοί δεν χωρούν.

Μπορούμε να συζητήσουμε ποια χρηματοδοτική πηγή είναι καλύτερη.

Μπορούμε να ζητήσουμε εξηγήσεις από τον φορέα του έργου για την απένταξη.

Μπορούμε να ζητήσουμε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Αλλά το να προσπαθούμε με κάθε καινούργια διατύπωση να ανακαλύψουμε μια έμμεση ευθύνη του Δημάρχου δεν φέρνει το Μουσείο ούτε μία ημέρα πιο κοντά στην ολοκλήρωση.

Η «ευθύνη της ηγεσίας» δεν μπορεί να σημαίνει «φταις για όλα»

Εδώ βρίσκεται τελικά και η μεγαλύτερη αδυναμία της επιχειρηματολογίας του κ. Στεφανάτου.

Ξεκινά από μια απολύτως λογική αρχή:

ο Δήμαρχος πρέπει να ενδιαφέρεται και να διεκδικεί για όλα τα σημαντικά ζητήματα του τόπου του.

Και καταλήγει να την επεκτείνει τόσο πολύ ώστε η έννοια της πολιτικής ευθύνης να γίνεται σχεδόν απεριόριστη.

Εάν όμως δεχτούμε αυτή τη λογική, τότε ένας Δήμαρχος θα είναι πολιτικά υπόλογος για κάθε καθυστέρηση:

σε νοσοκομεία,

σε σχολικά έργα άλλων φορέων,

σε αρχαιολογικά έργα,

σε κρατικές υποδομές,

σε περιφερειακούς δρόμους,

σε έργα υπουργείων,

αρκεί να βρίσκονται μέσα στα διοικητικά όρια του Δήμου του.

Και τότε οι πραγματικά αρμόδιοι τι ακριβώς θα κάνουν;

Θα συνεχίσουν να έχουν τις υπογραφές, τις συμβάσεις και τα χρήματα, ενώ ο Δήμαρχος θα έχει την ευθύνη επειδή… δεν τους πίεσε αρκετά;

Αυτό δεν είναι κατανομή ευθύνης.

Είναι διάχυση της ευθύνης μέχρι να φτάσει στον πολιτικό αντίπαλο που θέλουμε να χρεώσουμε.

Ας απαντηθεί λοιπόν ένα και μόνο ερώτημα

Ο Ηλίας Στεφανάτος γράφει:

«Αν γνώριζε, τι έκανε; Αν δεν γνώριζε, πώς γίνεται να μην γνώριζε;»

Ας αντιστρέψουμε το ερώτημα και ας το κάνουμε απολύτως συγκεκριμένο:

Τι ακριβώς έπρεπε να κάνει ο Θεόφιλος Μιχαλάτος που είχε τη θεσμική δυνατότητα να κάνει, δεν το έκανε και, εάν το είχε κάνει, το Αρχαιολογικό Μουσείο δεν θα είχε απενταχθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης;

Όχι γενικά «να πιέσει».

Όχι «να παρατηρεί».

Όχι «να ηγείται».

Όχι «να προβλέψει».

Ποια συγκεκριμένη ενέργεια;

Προς ποιον;

Σε ποια ημερομηνία;

Για ποια συγκεκριμένη εκκρεμότητα;

Και με ποιον τρόπο αυτή θα απέτρεπε την απένταξη;

Εάν υπάρχει τέτοιο στοιχείο, να παρουσιαστεί και τότε πράγματι θα υπάρχει σοβαρό αντικείμενο κριτικής προς τη Δημοτική Αρχή.

Εάν δεν υπάρχει, τότε έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό:

πρώτα αποφασίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει πολιτική ευθύνη του Δημάρχου και μετά διευρύνουμε τόσο πολύ την έννοια της «ηγεσίας» ώστε να μπορέσουμε να τη θεμελιώσουμε.

Και αυτή ακριβώς είναι η σοφιστεία.

Η διοίκηση πράγματι πρέπει να παρατηρεί.

Αλλά η σοβαρή αντιπολίτευση πρέπει επίσης να παρατηρεί ποιος έχει πραγματικά την αρμοδιότητα, ποιος παίρνει τις αποφάσεις και ποιος μπορεί πράγματι να επηρεάσει την εξέλιξη ενός έργου.

Γιατί διαφορετικά η «πολιτική ευθύνη» μετατρέπεται σε μια μαγική λέξη με την οποία μπορείς να χρεώσεις στον Δήμαρχο σχεδόν τα πάντα.

Και αυτό δεν είναι λογοδοσία.

Είναι πολιτική χρέωση με το συμπέρασμα προαποφασισμένο.

Παρακάτω η ανάρτηση του Ηλία Στεφανάτου:

Δεν χρειάζεται κανένα «Παρατηρητήριο που θα έσωζε τα πάντα».
Χρειάζεται διοίκηση που παρατηρεί.
Γιατί κάπου έχουμε αρχίσει να μπερδεύουμε την αρμοδιότητα με την ευθύνη της ηγεσίας.
Ο Δήμαρχος δεν υπογράφει τα πάντα. Δεν εκτελεί κάθε έργο. Δεν είναι Υπουργός.
Είναι όμως ο πολιτικός επικεφαλής της πόλης.
Ο άνθρωπος που πρέπει να έχει εικόνα, να ακούει, να ρωτά, να προβλέπει, να αντιλαμβάνεται πότε ένα μεγάλο έργο ξεφεύγει και να κινητοποιεί αυτούς που έχουν την αρμοδιότητα να το διορθώσουν.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο δεν είναι μια υπόθεση κάποιου υπουργικού γραφείου στην Αθήνα. Είναι ένα εμβληματικό έργο εκατομμυρίων, μέσα στην καρδιά του Αργοστολίου.
Και κάπου εδώ αρχίζει το παράδοξο.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, περισσεύει χώρος στη φωτογραφία.
Όταν κάτι πηγαίνει στραβά, ξαφνικά εμφανίζονται οι αρμοδιότητες, οι σφραγίδες και το «δεν ήταν δικό μου έργο».
Αυτό όμως δεν είναι λογοδοσία.
Το ερώτημα δεν είναι αν ο Δήμαρχος μπορούσε να υπογράψει αντί του Υπουργείου.
Το ερώτημα είναι αν γνώριζε τι συνέβαινε.
Αν γνώριζε, τι έκανε;
Αν δεν γνώριζε, πώς γίνεται να μην γνώριζε;
Ποιον ενημέρωσε, ποιον πίεσε, τι απαίτησε και τι προσπάθησε να προλάβει;
Γιατί ο Δήμαρχος δεν εκλέγεται για να ακολουθεί τις εξελίξεις και μετά να μας εξηγεί ποιος είχε την υπογραφή.
Εκλέγεται για να ηγείται, να προλαμβάνει, να διεκδικεί, να συνδέει την πόλη με τα κέντρα αποφάσεων και, όταν το πρόβλημα ξεπερνά τις αρμοδιότητές του, να βρίσκει τον δρόμο προς εκείνον που μπορεί να το λύσει.
Στην επιτυχία είναι εύκολο να μοιράζονται τα εύσημα.
Η ποιότητα της διοίκησης φαίνεται όταν κάτι στραβώνει.
Εκεί κρίνεται αν υπάρχει ηγεσία και λογοδοσία ή απλώς ένα πολύ καλό πολιτικό πλυντήριο για το «δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ήταν δικό μου».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ