«Μισθοί Πορτογαλίας»; Το στατιστικό τρικ που μετατρέπει ένα υποθετικό νοικοκυριό στον «μέσο Έλληνα εργαζόμενο»

Αν χθες κατηγορούσαν την αντιπολίτευση για «στατιστική κοπτοραπτική», σήμερα κινδυνεύουν να κάνουν ακριβώς το ίδιο από την ανάποδη. Τα 21.500 ευρώ της Eurostat δεν είναι ο καταγεγραμμένος μέσος καθαρός μισθός όλων των εργαζομένων στην Ελλάδα. Και η ίδια η μεθοδολογία της Eurostat είναι απολύτως σαφής.

Η διατύπωση ακούγεται εντυπωσιακή:

«Ελλάδα 2025: Μισθοί Πορτογαλίας και όχι Βουλγαρίας».

Ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ο ισχυρισμός ότι ο «μέσος καθαρός ετήσιος μισθός» στην Ελλάδα αυξήθηκε από περίπου 11.900 ευρώ το 2019 σε 21.500 ευρώ το 2025, δηλαδή περισσότερο από 80%.

Αν κάποιος διαβάσει μόνο αυτούς τους αριθμούς, το συμπέρασμα μοιάζει αυτονόητο:

Μέσα σε έξι χρόνια οι καθαρές αποδοχές του μέσου Έλληνα εργαζομένου σχεδόν διπλασιάστηκαν.

Μόνο που αυτό δεν είναι αυτό που μετρά ο συγκεκριμένος πίνακας της Eurostat.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η αποδόμηση.

Πρώτο πρόβλημα: Δεν μετρά τον «μέσο μισθό όλων των Ελλήνων»

Η ίδια η Eurostat εξηγεί ότι τα στοιχεία Annual net earnings προκύπτουν από συγκεκριμένα μοντέλα εργαζομένων και οικογενειών.

Εξετάζει, για παράδειγμα:

  • άγαμο χωρίς παιδιά που αμείβεται με το 100% του μισθού του «average worker»,
  • ζευγάρι με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά,
  • ζευγάρι με δύο εργαζομένους,
  • διαφορετικά επίπεδα αποδοχών σε σχέση με τον «average worker».

Και το σημαντικότερο:

«All situations are illustrative and not necessarily representative in any country.»

Δηλαδή, σε ελεύθερη απόδοση:

οι περιπτώσεις είναι ενδεικτικές και δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιπροσωπευτικές για κάθε χώρα.

Δεν το λέει η αντιπολίτευση.

Το λέει η ίδια η Eurostat στη μεθοδολογία του συγκεκριμένου dataset.

Άρα, το να πάρουμε μια συγκεκριμένη τυποποιημένη περίπτωση και να την παρουσιάσουμε απλώς ως:

«ο μέσος καθαρός μισθός στην Ελλάδα είναι 21.500 ευρώ»

είναι τουλάχιστον εξαιρετικά παραπλανητικό.

Τι ακριβώς υπολογίζει λοιπόν η Eurostat;

Η Eurostat ξεκινά από τις μικτές αποδοχές ενός «average worker» και στη συνέχεια αφαιρεί φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές και, όπου προβλέπεται, προσθέτει οικογενειακές παροχές.

Γι’ αυτό ακριβώς το τελικό ποσό αλλάζει ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση, τον αριθμό των εργαζομένων στο νοικοκυριό, τα παιδιά και το ύψος των αποδοχών.

Δεν έχουμε λοιπόν μια απογραφή των καθαρών μισθών που μπήκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκατομμυρίων Ελλήνων εργαζομένων.

Έχουμε ένα μοντέλο που επιτρέπει συγκρίσεις φορολογίας και καθαρών αποδοχών συγκεκριμένων τύπων εργαζομένων μεταξύ χωρών.

Η διαφορά είναι τεράστια.

Δεύτερο πρόβλημα: Το ίδιο το dataset έχει μεθοδολογική τομή το 2024

Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο ακόμη σοβαρότερο για τη σύγκριση 2019–2025.

Η Eurostat αναφέρει επισήμως στα metadata ότι:

έως το 2023 οι εκτιμήσεις γίνονταν από τον OECD, ενώ από το 2024 γίνονται από το Joint Research Centre μέσω EUROMOD.

Μάλιστα αναφέρει ρητά ότι τα στοιχεία του 2024 φέρουν σήμανση:

«b» — break.

Δηλαδή διακοπή/τομή στη χρονοσειρά λόγω αλλαγής μεθοδολογίας.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Γιατί το άρθρο κάνει ευθεία αριθμητική:

11.900 → 21.500 = +80%

και παρουσιάζει το αποτέλεσμα σαν να έχουμε μία απολύτως ομοιογενή χρονοσειρά που μετρήθηκε με τον ίδιο τρόπο από το 2019 μέχρι το 2025.

Η ίδια η Eurostat όμως επισημαίνει methodological break από το 2024.

Άρα η θριαμβευτική διατύπωση περί αύξησης άνω του 80% απαιτεί πολύ σοβαρότερη τεκμηρίωση πριν παρουσιαστεί ως πραγματική αύξηση των καθαρών μισθών των Ελλήνων.

Και εδώ η «στατιστική κοπτοραπτική» γυρίζει μπούμερανγκ

Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο κείμενο κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι χρησιμοποιεί λάθος δείκτη όταν επικαλείται το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS για να μιλήσει για μισθούς.

Σε αυτό υπάρχει πράγματι βάσιμη ένσταση.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι μισθός.

Η Eurostat πράγματι κατέγραψε για το 2025 Ελλάδα και Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS.

Αλλά δεν μπορείς να απαντήσεις σε μια στατιστική υπεραπλούστευση δημιουργώντας μία άλλη.

Δεν γίνεται να λες:

«Μη χρησιμοποιείτε έναν δείκτη για κάτι που δεν μετρά»

και αμέσως μετά να παίρνεις έναν δείκτη μοντελοποιημένων annual net earnings για συγκεκριμένους τύπους νοικοκυριών και να τον βαφτίζεις απλώς:

«μέσο καθαρό μισθό των Ελλήνων».

Αυτό είναι ακριβώς το μεθοδολογικό αμάρτημα για το οποίο κατηγορείς τους άλλους.

Τρίτο πρόβλημα: 21.500 ευρώ τον χρόνο σημαίνουν περίπου 1.790 ευρώ καθαρά τον μήνα

Ας κάνουμε την απλούστερη πράξη.

21.500 / 12 = περίπου 1.792 ευρώ τον μήνα.

Επομένως, αν ο αναγνώστης ακούσει ότι:

«ο μέσος καθαρός μισθός του Έλληνα είναι 21.500 ευρώ ετησίως»

εύλογα θα αντιληφθεί ότι ο μέσος εργαζόμενος παίρνει περίπου 1.790 ευρώ καθαρά κάθε μήνα.

Αυτό όμως δεν είναι το συμπέρασμα που δικαιούμαστε να βγάλουμε από το συγκεκριμένο dataset.

Και γι’ αυτό η σωστή περιγραφή του δείκτη έχει τεράστια σημασία.

Τέταρτο πρόβλημα: «Πορτογαλία» σε ποιο ακριβώς μέγεθος;

Ακόμη πιο προβληματικός είναι ο τίτλος:

«Μισθοί Πορτογαλίας και όχι Βουλγαρίας».

Διότι η σύγκριση Ελλάδας–Πορτογαλίας εξαρτάται από ποιον εργαζόμενο, ποιο νοικοκυριό, ποιο επίπεδο αποδοχών και ποιον δείκτη εξετάζουμε.

Ακριβώς γι’ αυτό η Eurostat παρουσιάζει πολλές διαφορετικές οικογενειακές περιπτώσεις.

Για παράδειγμα, στο αντίστοιχο δημοσιευμένο γράφημα του 2024 παρουσιάζει ξεχωριστά τέσσερις περιπτώσεις: άγαμο χωρίς παιδιά, ζευγάρι με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά, ζευγάρι δύο εργαζομένων με δύο παιδιά και ζευγάρι δύο εργαζομένων χωρίς παιδιά.

Άρα δεν υπάρχει ένας μαγικός αριθμός που λέγεται:

«ο μισθός της χώρας».

Η Βουλγαρία παραμένει χαμηλότερα – αλλά αυτό δεν αθωώνει την υπερβολή

Χρειάζεται εδώ να είμαστε δίκαιοι.

Το ότι το συγκεκριμένο αφήγημα είναι υπερβολικό δεν σημαίνει ότι Ελλάδα και Βουλγαρία έχουν ίδιους μισθούς.

Δεν έχουν.

Και επομένως ο ισχυρισμός «η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία στους μισθούς», αν χρησιμοποιείται κυριολεκτικά, επίσης δεν αποδίδει σωστά την πραγματικότητα.

Όμως υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ του:

«οι ελληνικές αποδοχές είναι υψηλότερες από τις βουλγαρικές»

και του:

«ο μέσος καθαρός μισθός του Έλληνα έφτασε τα 21.500 ευρώ και αυξήθηκε 80% από το 2019».

Το πρώτο μπορεί να τεκμηριωθεί.

Το δεύτερο, όπως διατυπώνεται, μετατρέπει ένα συγκεκριμένο στατιστικό μοντέλο σε γενικό μέσο μισθό μιας ολόκληρης χώρας.

Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα: τι αγοράζουν αυτοί οι μισθοί;

Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι οι ονομαστικές αποδοχές αυξήθηκαν σημαντικά, υπάρχει κάτι που λείπει σχεδόν ολοκληρωτικά από αυτή τη θριαμβευτική παρουσίαση:

οι τιμές.

Ο εργαζόμενος δεν ζει με το ονομαστικό ποσοστό αύξησης του μισθού του.

Ζει με όσα μπορεί να αγοράσει με αυτόν.

Ενοίκιο.

Τρόφιμα.

Ηλεκτρικό ρεύμα.

Καύσιμα.

Υπηρεσίες.

Στέγαση.

Γι’ αυτό και η Eurostat διαθέτει τα ίδια στοιχεία όχι μόνο σε ευρώ αλλά και σε Purchasing Power Standards (PPS), ακριβώς ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στα επίπεδα τιμών μεταξύ των χωρών.

Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να απαντήσουμε στο ερώτημα «πόσο καλύτερα ζει ο Έλληνας εργαζόμενος;», η σύγκριση μόνο των ονομαστικών ευρώ είναι ανεπαρκής.

Το πραγματικό συμπέρασμα είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακό

Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία.

Αλλά ούτε αποδεικνύουν αυτό που επιχειρεί να περάσει το συγκεκριμένο αφήγημα: ότι ο πραγματικός μέσος καθαρός μισθός του Έλληνα εργαζομένου εκτοξεύθηκε κατά 80% και πλέον έχουμε απλώς «μισθούς Πορτογαλίας».

Αποδεικνύουν κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:

ότι σε ορισμένα τυποποιημένα σενάρια εργαζομένων και νοικοκυριών που χρησιμοποιεί η Eurostat για διεθνείς συγκρίσεις καθαρών αποδοχών και φορολογίας, η Ελλάδα βρίσκεται υψηλότερα από τη Βουλγαρία και συγκρίνεται πλέον ευνοϊκότερα με ορισμένες άλλες χώρες.

Αυτό είναι θετικό.

Αλλά είναι διαφορετικό πράγμα.

Και υπάρχει μία λεπτομέρεια που σχεδόν γκρεμίζει από μόνη της τον θριαμβευτικό ισχυρισμό περί +80%:

η ίδια η Eurostat μάς προειδοποιεί ότι από το 2024 άλλαξε ο φορέας και η μεθοδολογία εκτίμησης και σημειώνει break στη σειρά.

Αν θέλουμε να μιλάμε για «στατιστική κοπτοραπτική», ας μην κρατάμε κι εμείς το ψαλίδι

Η ουσία λοιπόν δεν είναι να αντικαταστήσουμε ένα αντιπολιτευτικό σύνθημα με ένα κυβερνητικό.

Ούτε «γίναμε Βουλγαρία».

Ούτε όμως:

«οι καθαροί μισθοί αυξήθηκαν 80%, περάσαμε την Πορτογαλία, άρα όλα βαίνουν καλώς».

Η σοβαρή συζήτηση απαιτεί να εξετάσουμε πραγματικούς μισθούς, διάμεσες αποδοχές, αγοραστική δύναμη, κόστος στέγασης, πληθωρισμό και διαθέσιμο εισόδημα.

Γιατί διαφορετικά συμβαίνει κάτι αρκετά ειρωνικό:

εκείνοι που καταγγέλλουν τη «στατιστική κοπτοραπτική» της αντιπολίτευσης καταλήγουν να κάνουν ακριβώς το ίδιο — απλώς κόβοντας το ύφασμα από την άλλη πλευρά.

Και όταν η ίδια η Eurostat γράφει ότι οι περιπτώσεις της είναι «illustrative and not necessarily representative», το να τις παρουσιάζεις ως τον «μέσο καθαρό μισθό του Έλληνα» δεν είναι αποδόμηση της προπαγάνδας.

Είναι κατασκευή μιας καινούργιας.

Eurostat – Net earnings and tax rates: επίσημη μεθοδολογία
Eurostat – Annual net earnings dataset (earn_nt_net)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ